Aikido Journal Home » Editorials » Προκαλώντας το κατεστημένο Aiki News Japan

Προκαλώντας το κατεστημένο

του Stanley Pranin

Aiki News #98 (1994)

Μετάφραση: Γρηγόρης Α. Μηλιαρέσης

Ο ρόλος και η κατεύθυνση του Aiki News έχουν σταδιακά αλλάξει μέσα στα είκοσι χρόνια που μεσολάβησαν από τη σύλληψή του. Ξεκινήσαμε την έρευνά μας εστιάζοντας στη ζωή του ιδρυτή και στην εξέλιξη της τεχνικής του. Τα ευρήματά μας, μας έστρεψαν βαθμιαία προς μια εις βάθος μελέτη του Ντάιτο-ρίου αϊκιτζουτζούτσου, την τεχνική βάση του αϊκίντο και προς τη σύνδεσή του με το σύγχρονο αϊκίντο. Η προσπάθεια αυτή μας έστρεψε με τη σειρά της σε μια βαθύτερη κατανόηση της περίπλοκης σχέσης μεταξύ Μοριχέι Ουεσίμπα και Σοκάκου Τακέντα. Κατ’ ανάλογο τρόπο, η πρόσφατή μας τάση ήταν να εμπλακούμε με το θέμα της θρησκείας Ομότο και του χαρισματικού ηγέτη της, Ονισαμπούρο Ντεγκούτσι. Το θέμα της επιρροής της σέκτας Ομότο στη σκέψη του Μοριχέι Ουεσίμπα δεν έχει κατά την άποψή μας καλυφθεί ακόμα ικανοποιητικά και θέλουμε να διεξαγάγουμε μια ακόμα πιο πλήρη εξερεύνηση τόσο για να επεκτείνουμε τις γνώσεις μας όσο και για το όφελος των αναγνωστών μας.

Καθώς περνούσαμε από τα διάφορα αυτά στάδια, ήταν φυσικό να βαθύνει και η κατανόησή μας για τη φύση και τη φιλοσοφία του αϊκίντο. Ανακαλύψαμε ότι πολλές από τις παρουσιάσεις του ανθρώπου Ουεσίμπα και της τέχνης του, του αϊκίντο, όπως γίνονταν σε βιβλία και άρθρα που προηγήθηκαν από τις δικές μας προσπάθειες ή που συνέπιπταν με αυτές, ήταν επιφανειακές, παραπλανητικές και ελλιπείς. Αυτή η ανακάλυψη μας έφερε αρκετές φορές στη δύσκολη θέση να δημοσιεύσουμε έρευνες τα αποτελέσματα των οποίων έρχονταν σε άμεση αντίθεση με τις κυρίαρχες απόψεις. Η προσέγγισή μας αυτή μας έφερε τόσο επαίνους, όσο και επικρίσεις, κάτι που υποπτεύομαι ότι είναι η μοίρα όλης της ιστορικής δημοσιογραφίας.

Επιτρέψτε μου να συνοψίσω τα «αμφιλεγόμενα» συμπεράσματά μας για τον ιδρυτή και την τέχνη του. Ο Μοριχέι Ουεσίμπα ήταν ένας εκκεντρικός αντικομφορμιστής ο οποίος, μέσα από την εξέλιξη του αϊκίντο, αναζητούσε τον δικό του, ιδιαίτερα προσωπικό δρόμο. Πολλές από τις ευκαιρίες που του δόθηκαν στο πρώτο μισό της ζωής του, μπόρεσαν να υπάρξουν χάρη στη γενναιοδωρία του πατέρα του, του Γιορόκου, ο οποίος τον υπεραγαπούσε και στα άφθονα μέσα που αυτός είχε. Η δημιουργία του αϊκίντο από τον Ουεσίμπα θεωρείται από τη σχολή του Ντάιτο-ρίου ως μια επαναστατική πράξη και μια ένδειξη έλλειψης σεβασμού προς τον Σοκάκου Τακέντα. Από την άλλη μεριά, ο Ουεσίμπα ήταν ιδιαίτερα πιστός στον Ονισαμπούρο Ντεγκούτσι, και οι περισσότερες από τις αντιλήψεις του περί ηθικής στο μπούντο προέρχονταν από τις διδασκαλίες του ηγέτη της Ομότο. Ο Ο-Σενσέι εξέφραζε κατά πολύ τα οράματά του για το μπούντο ως εργαλείο για την ειρηνική επίλυση κρίσεων μέσω των μεταφορών και των συμβόλων του δόγματος της Ομότο, το δε μήνυμα αυτό απλοποιούταν και τροποποιούταν με την αφαίρεση του θρησκευτικού του πλαισίου καθώς το αϊκίντο γινόταν όλο και πιο δημοφιλές.

Συνεχίζοντας, οι θρησκευτικές και ηθικές απόψεις του Ουεσίμπα απέκτησαν μεγαλύτερη σημασία στην αντίληψή του περί μπούντο εξαιτίας της πραγματικής και της ψυχολογικής καταστροφής που υπέστη η Ιαπωνία κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. Το αϊκίντο στην σύγχρονή του μορφή αναπτύχθηκε κατά τη διάρκεια της έντονης μελέτης του ιδρυτή του στην Ιουάμα στην περίοδο από το 1942 μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του 1950. Η κύρια επιρροή του Ουεσίμπα επάνω στο αϊκίντο κατά την μεταπολεμική περίοδο ήταν περισσότερο με την πνευματική και τη συμβολική έννοια παρά με την τεχνική –οι κύριες τεχνικές επιρροές μετά τον πόλεμο, καθώς και η βασική ευθύνη για την εξάπλωση της τέχνης θα πρέπει να αποδοθούν στους Γκόζο Σιόντα, Κοΐτσι Τοχέι, Κισομάρου Ουεσίμπα και, σε μικρότερο βαθμό σε άλλους εκπαιδευτές δεύτερης γενιάς.

Το αϊκίντο το οποίο βλέπουμε γενικά σήμερα γύρω μας, διαφέρει σημαντικά από αυτό που ανέπτυξε ο ιδρυτής στα χρόνια της Ιουάμα, από τις παρακάτω απόψεις: Τα ατέμι, τα χτυπήματα στα ζωτικά σημεία είτε έχουν ελαχιστοποιηθεί, είτε έχουν καταργηθεί εντελώς. Ο αριθμός των τεχνικών που γενικά διδάσκονται έχει μειωθεί. Η εστίαση στο ιρίμι, τη διείσδυση και την πρόκληση των τεχνικών από την πλευρά του τόρι, του ατόμου που εκτελεί την τεχνική έχει χαθεί και η διαφοροποίηση μεταξύ ομοτέ και ούρα έχει θολώσει. Η εξάσκηση στο αϊκί κεν, το τζο ή σε άλλα όπλα δεν είναι τακτική και σε μερικές περιπτώσεις είναι ανύπαρκτη. Το αϊκίντο, αν και από πολλούς θεωρείται ακόμα ως μπούντο, διατηρεί ελάχιστη από την ιστορική μαχητική του αποτελεσματικότητα εξαιτίας της μαλακής και περιστασιακής φύσης της εξάσκησης και κατ’ αυτόν τον τρόπο έχει μεταμορφωθεί σε κάτι που θα μπορούσε κανείς να αποκαλέσει σύστημα άσκησης ή σύστημα υγείας.

Φαντάζομαι ότι με το να δηλώνω έτσι ευθαρσώς τα παραπάνω, «πετάω μια πέτρα στα ήρεμα νερά της λίμνης του αϊκίντο», ωστόσο οι αναγνώστες που μας παρακολουθούν από χρόνια θα αναγνωρίσουν ότι προκύπτουν λογικά από την άοκνη έρευνα που έχει παρουσιάσει το Aiki News όλον αυτόν τον καιρό. Κατά τη διάρκεια αυτής της έρευνας, το Aiki News βρήκε έναν απρόσμενο συνοδοιπόρο στο πρόσωπο του κ. Γιοσινόρι Κόνο. Ο κ. Κόνο έχει τύχει σημαντικής αναγνώρισης στους κύκλους των ιαπωνικών πολεμικών τεχνών τα τελευταία χρόνια, χάρη στις θεωρίες και τα βιβλία του. Πρώην ασκούμενος στο αϊκίντο και ένθερμος ερευνητής των πολεμικών τεχνών, τον τελευταίο καιρό έχει γίνει τακτικός συνεργάτης του Aiki News και αισθανόμαστε ότι νομιμοποιείται και με το παραπάνω να δημοσιεύει τις παρατηρήσεις του για τεχνικά θέματα και για τη δυναμική της κίνησης από μια φρέσκια οπτική γωνία. Είναι ένας σπάνιος συνδυασμός εξαίρετου τεχνίτη και βαθύ στοχαστή και το παράδειγμά του ως προς τον διαρκή πειραματισμό και τις προπονητικές ανταλλαγές θα πρέπει να αποτελέσουν έμπνευση για όλους μας.

Μια και αναφέρομαι στο θέμα, θα πρέπει να πω ότι το Aiki Newsολοκλήρωσε το πρώτο στο είδος του προπονητικό εγχειρίδιο (στην ιαπωνική γλώσσα) –σε αυτό ο κ. Κόνο χαρτογραφεί τη γέννηση και την εξέλιξη της θεωρίας του, του ιγκέτα τζουτσούρι (igeta jutsuri). Κυρίως κατόπιν της δικής μας προτροπής, ο κ. Κόνο παρουσιάζει τις ανακαλύψεις του και το πώς αυτές εφαρμόζονται στην εκτέλεση τεχνικών τύπου αϊκίντο και χρησιμοποιεί όρους που θα φανούν οικείοι στους ασκούμενους στο αϊκίντο. Πιστεύω ότι ο τόμος αυτός θα αποτελέσει σημαντική συνεισφορά στην τεχνική και θεωρητική βιβλιογραφία της τέχνης, μια βιβλιογραφία η οποία με τα χρόνια τείνει να γίνει όλο και πιο επαναλαμβανόμενη και δευτερογενής.

Εγγενείς μέσα σε αρκετές από τις ιδέες του κ. Κόνο είναι οι κριτικές για το πώς εκτελούνται σήμερα οι τεχνικές του αϊκίντο και διαβάζοντας τα κείμενά του συλλαμβάνω τον εαυτό μου να συμφωνεί όλο και περισσότερο με τις απόψεις του. Ξέρω μετά βεβαιότητας ότι ο κ. Κόνο έχει ανάμικτα συναισθήματα για το να αποκαλύψει τα τεχνικά του ευρήματα τα οποία συχνά υπαινίσσονται κριτική του κατεστημένου του αϊκίντο –μια θέση στην οποία έχω βρεθεί κι εγώ πολλές φορές και χρειάστηκε να παλέψω με τα ίδια διλήμματα. Η στάση αυτή σίγουρα με τη σειρά της ελκύει κριτική από διάφορες μεριές και, παρότι τα γράμματα που έχουμε πάρει είναι ως επί το πλείστον υπέρ των παρατηρήσεων του κ. Κόνο, υπήρξαν και κάποιες αρνητικές αντιδράσεις. Προκειμένου να παραμείνουμε πιστοί στην πολιτική μας περί ανοιχτού διαλόγου, δε διστάσαμε να δημοσιεύσουμε μερικές από τις αντίθετες αυτές απόψεις.

Τέτοιες κριτικές έχω λάβει και προσωπικά. Θυμάμαι ένα περιστατικό πριν από μερικά χρόνια, όταν έλαβα ένα εκτενές γράμμα από έναν γνωστό εκπαιδευτή ο οποίος με κατηγόρησε που αναμίχθηκα σε τέτοια έκταση στο θέμα του Ντάιτο-ρίου και που δημοσίευσα σχόλια τα οποία θα μπορούσαν να εκληφθούν ως κριτική προς τον ιδρυτή του αϊκίντο. Στη συνέχεια με κατηγορούσε ότι δεν ήμουν πιστός στο αϊκίντο επειδή συμμετέσχα σε τέτοιες πράξεις. Παρότι στενοχωρήθηκα όταν διάβασα τις απόψεις του, δεν τέθηκε ποτέ θέμα για το αν θα δημοσιεύαμε το «μη-κολακευτικό» γράμμα –χρειάστηκε μάλιστα να βρεθούμε στη δυσάρεστη θέση να πρέπει να μεταφράσουμε τα καυστικά του λόγια ώστε να μπορέσουμε να τα δημοσιεύσουμε. Όπως αποδείχθηκε, αρκετοί αναγνώστες έσπευσαν να μας υπερασπιστούν με μερικά δικά τους «όχι και τόσο κολακευτικά» σχόλια για τον δυσαρεστημένο σίχαν. Αποδεικνύεται τελικά ότι χρειάζεται χοντρό πετσί για να μείνεις στον χώρο αυτόν και να επιβιώσεις –και να σκεφτεί κανείς ότι το μόνο που ήθελα ήταν να χαθώ μέσα σε μια τρύπα μιας βιβλιοθήκης κάπου και να γράψω μερικές ακαδημαϊκές μονογραφίες τις οποίες δε θα διάβαζαν παραπάνω από πενήντα άνθρωποι.

Μετά από όλα αυτά τα χρόνια στην έρευνα, το συμπέρασμά μου είναι βασικά αυτό που λέει το παλιό ρητό: «Όποιος κρίνει, κρίνεται!» Τα επικριτικά σχόλια από πάσης φύσεως πηγές, καλοπροαίρετες ή όχι, μοιάζουν με ένα χτύπημα με το ξίφος το οποίο κανείς θα πρέπει –ιδανικά– να προβλέψει, να αποφύγει, στο οποίο να αντεπιτεθεί χωρίς πρόθεση να βλάψει και τελικά να χρησιμοποιήσει για να τελειοποιήσει το δικό του πνεύμα!