Aikido Journal Home » Interviews » Συνέντευξη με τον Κέντζι Τομίκι (1) Aiki News Japan

Συνέντευξη με τον Κέντζι Τομίκι (1)

Available Languages:

του Stanley Pranin

Aiki News #43 (December 1981)

Μετάφραση: Γρηγόρης Α. Μηλιαρέσης (Grigoris A. Miliaresis)

Η συνέντευξη αυτή με τον Καθηγητή Κέντζι Τομίκι έγινε στις 4 Ιανουαρίου του 1974 στο Πανεπιστήμιο Ουασέντα του Τόκιο. Η συνέντευξη είναι σε δύο μέρη και το δεύτερο τμήμα της θα δημοσιευθεί στο επόμενο τεύχος του Aiki News.

Δάσκαλε θα είχατε την καλοσύνη να μας πείτε για την πρώτη εμπλοκή σας στη μελέτη των πολεμικών τεχνών;

Αρχικά ξεκίνησα να ασκούμαι στο τζούντο όταν ήμουν περίπου 10 ετών. Αργότερα, όταν επρόκειτο να μπω στο πανεπιστήμιο, ήρθα στο Τόκιο. Όμως δεν γνώρισα τον Τζίγκορο Κάνο, ιδρυτή του Κόντοκαν τζούντο παρά αργότερα, όταν έγινα ένας από τους βασικούς υπεύθυνους της πανεπιστημιακής λέσχης του τζούντο. Αυτό έγινε το 1920. Ο Δάσκαλος Κάνο γεννήθηκε στο τέλος της Περιόδου Έντο, το 1860, και πέθανε σε ηλικία 79 ετών το 1938, γεγονός που τον βάζει στην ίδια γενιά με τον δάσκαλο του Δασκάλου Ουεσίμπα, τον Δάσκαλο Σοκάκου Τακέντα. Ο Δάσκαλος Κάνο ίδρυσε το Κόντοκαν το 1882 σε ηλικία 24-25 ετών.

Αναφέρατε τον Σοκάκου Τακέντα; Θα μπορούσατε να μας πείτε κάτι παραπάνω; Γνωρίζω ότι ο Σοκάκου Τακέντα είχε διδαχθεί Ντάιτο-ρίου Τζουτζούτσου και ότι ήταν ένας από τους πρώτους δασκάλους του Δασκάλου Ουεσίμπα και επίσης γνωρίζω ότι αργότερα, στα τέλη της δεκαετίας του 10 και στις αρχές της δεκαετίας του 20 ο Δάσκαλος Τακέντα επέστρεψε και έμεινε για κάποιο χρονικό διάστημα μαζί με τον Δάσκαλο Ουεσίμπα. Εσείς, Δάσκαλε, είχατε κάποια επαφή με τον Τακέντα ή τον Ουεσίμπα εκείνον τον καιρό;

Αυτή είναι ίσως η κατάλληλη στιγμή για να μιλήσω για την ιστορία του Δασκάλου Σοκάκου Τακέντα. Λίγο πριν την Παλινόρθωση των Μεϊτζί του 1868, η πολιτική σκηνή της Ιαπωνίας ήταν διχασμένη σε δύο φατρίες. Από τη μια πλευρά υπήρχαν οι Αυτοκρατορικές δυνάμεις και από την άλλη η παλιά κυβέρνηση Τοκουγκάουα. Τελικά, νικήτρια βγήκε η πλευρά του Αυτοκράτορα και όλοι έχουμε ακούσει την πασίγνωστη ιστορία για εκείνη την ομάδα των 15χρονων και 16χρονων που ονομάζονταν Μπιάκο Τάι (η Ταξιαρχία της Λευκής Τίγρης του Αϊζού Χαν στο Ουακαμάτσου που έκαναν “σεπούκου”) και που είχαν υποστηρίξει τις ηττημένες δυνάμεις των Τοκουγκάουα. Αν ο νεαρός Τακέντα Σοκάκου, ο οποίος ήταν τότε 9 ετών, ήταν 5 χρόνια μεγαλύτερος θα έπρεπε και αυτός να έχει διαπράξει τελετουργική αυτοκτονία μαζί με τους υπόλοιπους από το φέουδό του.

Όπως και να ‘χει, αυτός ασκούταν στο Ντάιτο-ρίου αϊκιτζουτζούτσου, μια τέχνη η οποία παραδιδόταν στο Αϊζού Χαν (φέουδο) από τότε που ήταν παιδί. Επιπλέον, εκείνη την εποχή τα ξίφη ήταν ακόμα αρκετά δημοφιλή και ο ίδιος είχε μάθει επίσης κεντζούτσου (αγωνιστική ξιφασκία). Καθώς η περίοδος της φεουδαρχίας πλησίαζε στο τέλος της εκείνος ήταν ουτσιντέσι (οικότροφος σπουδαστής) ενός από τους πιο διάσημους δασκάλους κεντζούτσου της εποχής. Τα παλιά χρόνια, οι διάφοροι δάσκαλοι έκρυβαν τις τεχνικές τους πίσω από τις κλειστές πόρτες των σπιτιών τους και μόλις το 1898 άρχισαν κάποιες να διαρρέουν στο ευρύ κοινό. Σύμφωνα δε με κάθε άποψη, το βορειοανατολικό τμήμα της χώρας ήταν πολύ πλούσιο σε τέτοιες σχολές. Πέρα από αυτά, η περιοχή είχε αφθονία ανθρώπων σε επίπεδο δασκάλου καθώς και πολλούς εύπορους ανθρώπους οπότε ένας δάσκαλος συχνά πήγαινε κάπου και έμενε δύο εβδομάδες ή έναν μήνα με κάποιον πλούσιο πάτρωνα και δίδασκε. Γύρω στο 1907, ο τότε αρχηγός της Νομαρχιακής Αστυνομίας της Ακίτα μετατέθηκε στο νησί Χοκάιντο, στα βόρεια και μαζί του ήταν και ο Δάσκαλος Τακέντα. Το μέρος στο οποίο πήγαν, ήταν το Αμπασίρι το οποίο βρισκόταν πολύ μακριά στα βόρεια.

Εδώ εμφανίζεται και ο Δάσκαλος Ουεσίμπα. Είχε έρθει από τη βόρεια επαρχία της Ουακαγιάμα (η οποία τότε λεγόταν Κίσου) και για την ακρίβεια από την Πόλη Τανάμπε και είχε πάει στο χωριό Σιρατάκι του Χοκάιντο ως άποικος το 1911. Εδώ μπορεί να ξεφεύγω λίγο αλλά υπάρχει μόνο ένα άτομο το οποίο μελέτησε περισσότερο από τον Δάσκαλο Ουεσίμπα υπό τον Δάσκαλο Τακέντα και αυτός είναι ο κ. Κόντο Χορικάουα ο οποίος είναι πλέον πολύ γέρος, στα 80 του.

Ο Δάσκαλος Ουεσίμπα, όπως και ο Δάσκαλος Κάνο, είχε μάθει το σύστημα τζουτζούτσου Κίτο-ρίου. Επίσης του άρεσε πολύ η πάλη Σούμο. Κατά τη διάρκεια του Ρώσο-Ιαπωνικού Πολέμου του 1905 τον είχαν καλέσει όμως ποτέ δεν έλαβε μέρος σε μάχες λόγω της σωματικής του διάπλασης. Βεβαίως μπορεί το σώμα του να ήταν μικροκαμωμένο όμως είχε ιδιαίτερα ταλέντα –αυτό δεν επιδέχεται καμίας αμφιβολίας. Ακόμα και σε μια ομάδα από πολλούς μαθητές, ξεχώριζε.

Το 1919, ο πατέρας του Δασκάλου Ουεσίμπα αρρώστησε βαριά στο σπίτι τους στην Ουακαγιάμα και πολύ σύντομα βρέθηκε στην επιθανάτια κλίνη του. Μόλις ο Δάσκαλος Ουεσίμπα έμαθε τα νέα, πήρε το τρένο για να επιστρέψει στο σπίτι του όμως στη διαδρομή άκουσε για τον θρησκευτικό ηγέτη Ονισαμπούρο Ντεγκούτσι και έκανε μια παράκαμψη για να πάει στο αρχηγείο της θρησκείας Ομότο και από εκεί να συνεχίσει τον δρόμο του για την Ουακαγιάμα. Φαίνεται όμως ότι ο πατέρας του είχε ήδη αφήσει την τελευταία του πνοή και εκείνος επέστρεψε στο Αγιάμπε όπου βρισκόταν το αρχηγείο της θρησκείας Ομότο του Ντεγκούτσι. Σήμερα έχουν μεγάλα συγκροτήματα και στο Αγιάμπε και στην Καμεόκα. Τέλος πάντων, αυτός ο άνθρωπος, ο Δάσκαλος Ντεγκούτσι είχε πολύ φλογερή πίστη –ολόκληρη η ζωή του ήταν ένα θρησκευτικό προσκύνημα. Είχε ήδη δοκιμάσει τις θρησκείες Κουροζούμι και Κόνκοκιο όμως κατέληξε στην Ομότοκιο.

Μπορώ να κάνω μια ερώτηση επ’ αυτού; Το σημείο αυτό είναι πολύ ενδιαφέρον. Γύρω στα 1968-1969 εκδόθηκε ένα βιβλίο με τον τίτλο “Αϊκίντο Κάισο, Μοριχέι Ουεσίμπα” γραμμένο από τον Σουναντομάρι Κανεμότσου. Το βιβλίο αυτό λοιπόν, έχει μια πολύ θρησκευτική οπτική γωνία, από την πλευρά της Ομότο-κίο και πολλοί άνθρωποι του αϊκίντο που το διάβασαν είπαν “Το βιβλίο αυτό δεν είναι τόσο ακριβές.” Πόσο πολύ είχε πραγματικά επηρεαστεί ο Ουεσίμπα από την Ομότοκιο; Πόσα δανείστηκε από τη θρησκεία; Πόσα δημιούργησε ο ίδιος;

Αν και δεν μπορώ να πω πόσα ανέπτυξε από πλευράς τεχνικής, υποθέτω ότι μπορούμε να πούμε ότι υπήρξε μια μεγάλη αλλαγή βασισμένη σε μια “αλλαγή της καρδιάς” (κόκορο νο τενκάν). Και εδώ είναι που βλέπουμε τη σχέση μεταξύ του Δασκάλου Σοκάκου Τακέντα και του Δασκάλου Ουεσίμπα. Ο Δάσκαλος Τακέντα ήταν πολεμιστής της παλιάς σχολής: στο πρόσωπο κάθε ανθρώπου έβλεπε έναν εχθρό. Για να δώσω ένα παράδειγμα θα πω ότι αν κάποιος πήγαινε να τον επισκεφθεί θα τον “χαιρετούσε” πιάνοντας αμέσως τα ατσάλινα ραβδάκια φαγητού από το μαγκάλι και φωνάζοντας “Ποιος είναι εκεί;” θα ορμούσε στην είσοδο. Ήταν σαν να είχε βγει από την “Εποχή των Αντιμαχόμενων Πολιτειών” (Σενγκόκου Τζιντάι, 1482-1558) και έβλεπε τους επτά “εχθρούς” για τους οποίους μιλάει η ιστορία σε κάθε ομάδα ανθρώπων που συναντούσε. Ήταν άνθρωπος με βαθιά δυσπιστία με μια προσωπικότητα η οποία δεν αποκάλυπτε το παραμικρό σούκι, ή ευάλωτο σημείο. Αν του έκανες έστω και την παραμικρή ερώτηση ούρλιαζε, “Για τόλμα να αμφισβητήσεις την τεχνική μου, πιτσιρικά!” Τέτοιος ήταν ο χαρακτήρας του! Και αφού ήταν έτσι, δεν είναι περίεργο που ο Δάσκαλος Ουεσίμπα υπέστη άσχημη συμπεριφορά από αυτόν. Οπότε πιστεύω πως το ότι ενεπλάκη με τη συγκεκριμένη πίστη ήταν γι αυτόν μια ψυχολογική ενίσχυση.

Ο Δάσκαλος Ουεσίμπα έλεγε συχνά, “Μπούντο σημαίνει Αγάπη”. Αυτό είναι μια τέτοια “αλλαγή της καρδιάς”.

Τελικά πάντως, το μπούντο ασχολείται με τις καταστάσεις ζωής και θανάτου στις οποίες το βασικό ερώτημα είναι αν κάποιος θα καταφέρει να βγει ζωντανός. Λόγω των τεχνικών συμπλοκής που εμπίπτουν σ` αυτήν την κατηγορία τόσο ο Δάσκαλος Ουεσίμπα, όσο και άλλοι σπουδαίοι άνθρωποι του παρελθόντος εξέθεταν το σώμα τους σε κίνδυνο. Όμως υπήρχε η εξής αντίφαση: όσο περισσότερο προσπαθούσαν να μπουν σε αυτόν τον κόσμο του κινδύνου και της βίας, τόσο κατέληγαν προς μια αντίθετη κατεύθυνση. Θέτοντας τον εαυτό τους σε καταστάσεις ζωής και θανάτου αντιλαμβάνονταν ότι έρχονταν ξανά αντιμέτωποι με μια βαθιά αναζήτηση στο πρόβλημα του θανάτου και ανακάλυπταν ότι είχαν ξεκινήσει ένα ταξίδι σε ένα πνευματικό ή θρησκευτικό μονοπάτι.

Όλες οι θρησκείες, είτε είναι ο Χριστιανισμός, ο Βουδισμός ή οποιαδήποτε άλλη, ασχολούνται με το θέμα της αξίας της ανθρώπινης ζωής. Με αφετηρία αυτή προσπαθούν να δημιουργήσουν μια αίσθηση εμπιστοσύνης μπροστά στον θάνατο τον οποίο όλοι μας κάποτε θα γνωρίσουμε. Για τον ίδιο λόγο, όταν μιλάμε για το μπούντο μιλάμε για κάτι ακραίο και επειδή είναι ακραίο, αν μπορέσουμε να διαπεράσουμε την τεχνική μέσω της ολοκληρωτικής αφοσίωσης όλα αλλάζουν και γίνονται θρησκεία. Τέτοιου τύπου άνθρωποι ήταν ο Μουσάσι Μιγιαμότο και ο Ιτοσάι Ίτο. Τα τελευταία χρόνια της ζωής τους εγκατέλειψαν τα πάντα και ταξίδευαν από φέουδο σε φέουδο –είχαν μπει σε αυτήν την πνευματική περιοχή.

Ο διάσημος Κάισου Κάτσου ήταν μαθητής του Κενζάι Σιμάντα. Κατά τη διάρκεια των συγκρούσεων για τον έλεγχο της χώρας στις αρχές της εποχής Μεϊτζί, ο Κάτσου Κάισου και ο Τέσου Γιαμαόκα της σχολής ξιφασκίας Τζίκι Σινκάγκε-ρίου διαπραγματεύτηκαν το πέρασμα του κάστρου του Έντο στις Αυτοκρατορικές δυνάμεις χωρίς σύγκρουση με αποτέλεσμα να γλιτώσουν το ένα εκατομμύριο κατοίκων του Τόκιο από μια καταστροφική μάχη. Η ιστορία αυτή είναι εξαιρετικά ενδιαφέρουσα καθώς δείχνει ότι το πραγματικό πνεύμα του μπούντο είναι το να βοηθά κανείς τους ανθρώπους και το να σώζει ζωές.

Η δύναμη της θρησκείας μπαίνει στον όρο “Μπούντο της Ειρήνης” (ουά νο μπούντο)

Σε σχέση με αυτό το θέμα, θα ήθελα να συνεχίσω τη συζήτησή μας αναφερόμενος στον εκσυγχρονισμό που έφερε ο Δάσκαλος Κάνο και στη σχέση του με αυτό που συζητάμε –πρόκειται για τον ίδιο δρόμο που έκανε τον Δάσκαλο Ουεσίμπα να γίνει πιστός της Ομότοκιο και να επιλύσει το πρόβλημα της “ειρήνης του ιαπωνικού Μπούντο”. Στην πορεία της ιστορίας υπήρξαν διάφοροι μπουντόκα που σκέφτονταν έτσι, όμως στην περίοδο Μεϊτζί, η εμφάνιση ενός ανθρώπου του επιπέδου του Δασκάλου Ουεσίμπα ήταν η εξαίρεση στον κανόνα. Εννοώ ότι είναι σημαντικό πως κατά τη διάρκεια μιας βίαιας, ταραγμένης εποχής όπως η προ-Μεϊτζί δεν εμφανίστηκε ένας τέτοιος άνθρωπος. Αυτό, ωστόσο, δεν ήταν πρόβλημα τεχνικής αλλά μάλλον αφορά μια συγκεκριμένη “νεανική επανάσταση”. Η ιδέα του “κεν και Ζεν” και της εξαιρετικά κοντινής σχέσης τους πρέπει να έχει πολύ παλιά ιστορία. Εκφράσεις όπως “Η ενότητα του ξίφους και του ζεν” (κεν ζεν ισίν) δείχνουν ότι η σχέση του ξίφους και του ζεν έχει γίνει αντικείμενο ατέλειωτων συζητήσεων από εκείνους που φιλοσοφούν το μπούντο στην Ιαπωνία. Είναι πολύ δύσκολο να εξηγήσει κανείς κάτι τέτοιο θεωρητικά, δεν είναι; Σε σχέση με το πρόβλημα αυτό, θα ήθελα να διαβάσετε το βιβλίο του Νταϊσέτσου Σουζούκι “Ζεν και Ιαπωνική Κουλτούρα”. Ο Δάσκαλος Σουζούκι ήταν επίσης ειδήμων στα αγγλικά, οπότε…

Τέλος πάντων, θα ήθελα να μιλήσω για τον Δάσκαλο Κάνο. Ο Δάσκαλος Κάνο ήταν μέλος της δεύτερης τάξης που αποφοίτησε από το σχολείο που τώρα είναι το Πανεπιστήμιο του Τόκιο, πασίγνωστο ως το καλύτερο εκπαιδευτικό ίδρυμα της χώρας και πόλος έλξης για τα μεγαλύτερα ταλέντα. Ήρθε στο Τόκιο σε ηλικία 14 ετών και μελέτησε επιμελώς τα αγγλικά. Την εποχή εκείνη η Ιαπωνία είχε μόλις αποτινάξει την απομονωτική πολιτική των χρόνων 1603-1868 της περιόδου Έντο και ακολουθούσε ξεκάθαρα τα δυτικά έθνη. Η κυβέρνηση αναγνώριζε ότι ήταν αναγκαίο να ενδυναμώσει γρήγορα τη χώρα και να μάθει τις σύγχρονες επιστήμες με αποτέλεσμα διάσημοι καθηγητές από την Αμερική, τη Γάλλία, τη Γερμανία και άλλες χώρες να προσκληθούν για να δώσουν διαλέξεις γύρω από τις ειδικότητές τους –όχι στα ιαπωνικά όπως συμβαίνει σήμερα αλλά στις δικές τους γλώσσες. Για τον λόγο αυτό, οι σπουδαστές των πρώτων χρόνων της εποχής Μεϊτζί μπορούσαν να μιλήσουν και τις τρεις αυτές κύριες γλώσσες.

Την εποχή εκείνη, το άτομο που επηρέασε περισσότερο τον Δάσκαλο Κάνο ήταν ένας αμερικανός από το Πανεπιστήμιο Χάρβαρντ, ο Καθηγητής Φενελόσα. Ήταν ένας άνθρωπος η επιρροή του οποίου ήταν ορατή σε ολόκληρη την ιαπωνική κουλτούρα καθώς, αν και λέκτορας στα οικονομικά, είχε βαθιά γνώση της τέχνης και της αισθητικής. Ένας φοιτητής της πρώτης τάξης του Πανεπιστημίου του Τόκιο, ο διάσημος Τένσιν Οκακούρα (τον οποίο μπορεί να έχετε ακουστά), ήταν το “αγαπημένο παιδί” του Καθηγητή Φενελόσα μια και ήταν εξαιρετικός στις ξένες γλώσσες. Αργότερα εργάστηκε για το Υπουργείο Παιδείας σε σχέση με την εκπαίδευση στις καλές τέχνες και τελικά έγινε ο άνθρωπος που χρηματοδότησε το ίδρυμα το οποίο εξελίχθηκε στο Πανεπιστήμιο Καλών Τεχνών του Τόκιο. Την εποχή εκείνη, ωστόσο, οτιδήποτε δυτικό έχαιρε μεγαλύτερης εκτίμησης και θεωρείτο πολύ πιο αξιόλογο από οτιδήποτε ιαπωνικό –αυτό ήταν το σκηνικό της εποχής. Ο Φενελόσα από την άλλη μεριά έλεγε συνεχώς ότι υπάρχουν εξαιρετικές τέχνες στην ανατολίτικη παράδοση και θρηνούσε με τον πιο έντονο τρόπο στους μαθητές του για τη λυπηρή απώλεια των θετικών στοιχείων της ανατολίτικης κουλτούρας τους και των καλύτερων από τις πνευματικές τους παραδόσεις –τον καιρό εκείνο επικρατούσε αυτή η μόδα. Μια άλλη συνέπεια της εποχής εκείνης ήταν ότι με την κατάργηση του συστήματος των σαμουράι και την ακόλουθη απώλεια θέσεων εργασίας, πολλοί πρώην μπούσι δεν μπορούσαν να συντηρήσουν τον εαυτό τους.

Ο Δάσκαλος Κάνο λοιπόν, σπουδαστής τότε στο Πανεπιστήμιο του Τόκιο, όργωνε την πόλη αναζητώντας δασκάλους τζουτζούτσου. Βρήκε τον Δάσκαλο Φουκούντα της Τέντζιν Σίνγιο-ρίου και τον Δάσκαλο Ιικούμπο της Κίτο-ρίου και κατά τη διάρκεια των σπουδών του, μελέτησε τις δύο αυτές παραδόσεις και μετά την αποφοίτησή του ίδρυσε το Κόντοκαν. Αν και βεβαίως εκσυγχρόνισε τις τεχνικές του τζουτζούτσου, για να είναι στο πνεύμα της εποχής, η αξιολόγηση της αξίας τους ως τεχνών επίσης άλλαξε. Αν αναρωτιέστε πώς άλλαξε, αυτό έγινε διότι στο παρελθόν το κύριο βάρος τους έπεφτε στην καθαυτό πρακτική εφαρμογή είτε επρόκειτο για μια συμπλοκή μεταξύ δύο ατόμων ή για τον πόλεμο μεταξύ δύο χωρών. Πλέον, η εξάσκηση δεν είναι για την ίδια τη συμπλοκή αλλά για να γνωρίσουμε καλύτερα ο ένας τον άλλον, για να γίνουμε φίλοι –θα μπορούσε κανείς να το αποκαλέσει “η αρχή Κουμπερτέν”.

Τα παλιά χρόνια, η Γαλλία και η Αγγλία χρησιμοποιούσαν τις αθλητικές εκδηλώσεις ως έναν τρόπο να ενισχύσουν τους στρατούς τους, εκπαιδεύοντας τα μυαλά και τα σώματα των νέων τους. Ο Κουμπερτέν το άλλαξε αυτό προωθώντας την ιδέα του Ολυμπιακού Πνεύματος.

Το παραδοσιακό πνεύμα των ιαπωνικών πολεμικών τεχνών ήταν η νίκη με κάθε μέσο, η αποφυγή της ήττας ακόμα και με το κόστος της ίδιας σου της ζωής. Αν κάποιος έχανε, αυτό έμενε σαν μια διαρκής πικρία και ακόμα και τα παιδιά του ηττημένου επωμίζονταν με την κλιμακούμενη έχθρα. Τι κόσμο πιστεύετε ότι παρήγαγε αυτό; Επρόκειτο για τη βάση μιας βιαίας κοινωνίας η οποία δεν ήταν προνόμιο της Ιαπωνίας –πιστεύω ότι η περιγραφή θα ταίριαζε σχεδόν σε κάθε χώρα.

Ήταν ο Κουμπερτέν που αντέστρεψε αυτές τις τάσεις προς χάριν της ειρήνης. Με τον νέο αυτόν τρόπο δεν υπήρχε μάχη και έγινε δυνατό το να υπάρχει κοινή προσπάθεια για αυξανόμενη βελτίωση. Βασισμένος σε ένα τέτοιο σκεπτικό εκσυγχρόνισε και ο Δάσκαλος Κάνο το παλιό τζουτζούτσου.

Αυτό που θέλω να πω είναι το εξής: Τα παλιά χρόνια, κάθε δάσκαλος (άτομο) θα αποφάσιζε μόνος του, “Είμαι καλός στις ρίψεις,” ή “Τα λακτίσματά μου είναι εξαιρετικά,” ή “Έχω μια καταπληκτική τεχνική με το κοντό ξίφος.” Στη συνέχεια, βασισμένος στην υποκειμενική του κρίση, δημιουργούσε το δικό του στυλ σε μια τυποποιημένη παράδοση (ρίουχα). Στην περίπτωση του “εκσυγχρονισμού” που συνέβη, το ξίφος αφαιρέθηκε από το τζουτζούτσου και αντίστοιχα η ξιφασκία εξαίρεσε το τζουτζούτσου. Οι τέχνες διαχωρίστηκαν σε εξειδικευμένους τομείς βασισμένους στον τύπο της τεχνικής. Ένας ασκούμενος του παλιού Νιντζούτσου, της Τέχνης της Μυστικότητας, σκεφτόταν μόνο τις εφαρμογές της πραγματικής ζωής. Θα έκανε ό,τι χρειαζόταν προκειμένου να κερδίσει. Αυτό φυσικά συνέβαινε επειδή χρησιμοποιούσαν τεχνικές για τον πόλεμο και από αυτήν την οπτική γωνία έπρεπε κανείς να μπορεί να αντιμετωπίσει συνθήκες συμπλοκής από μεγάλη απόσταση αλλά και από κοντινή, να μπορεί να πηδήξει, να κάνει οτιδήποτε ήταν αναγκαίο. Αν όμως έρθουμε στο παρόν δεν σκεφτόμαστε τέτοιου τύπου ρεαλιστικές εφαρμογές. Μέσα από την άσκησή μας σφυρηλατούμε το πνεύμα μας (κόκορο) και το σώμα μας και κάνοντας αυτό ασχολούμαστε με το πώς να γίνουμε χρήσιμοι σε πιο ειρηνικούς στόχους. Αυτός είναι ο σύγχρονος τρόπος σκέψης και είναι έτσι ακριβώς επειδή δεν είναι πολεμικός.

Στο σύγχρονο Κέντο, μπορείτε να δείτε ότι οι τεχνικές είναι απλές. Υπάρχει μόνο το λόγχισμα και το κόψιμο –τίποτα άλλο. Αν και στο τζούντο έχουμε στραγγαλισμούς, στρεβλώσεις των αρθρώσεων των χεριών και ρίψεις υπάρχουν πολλά ακόμα. Με τον ίδιο τρόπο που το ανέλυσα προηγουμένως, όταν ο Δάσκαλος Κάνο ξεκίνησε να εκσυγχρονίζει, απομόνωσε τη διάσταση της μάχης η οποία εστιάζεται στο τι συμβαίνει όταν οι αντίπαλοι έχουν έρθει κοντά ο ένας στον άλλον και ανανέωσε τις μεθόδους αυτές. Στο κλασικό τζουτζούτσου βλέπετε, υπήρχαν τεχνικές που περιελάμβαναν κινήσεις οι οποίες κάλυπταν τις περιπτώσεις πριν φτάσει κανείς στο άρπαγμα. Το άτομο που ήταν ο καλύτερος γνώστης αυτών των κινήσεων πριν το άρπαγμα και των ανταποκρίσεων σε αυτές ήταν ο Δάσκαλος Ουεσίμπα.

Εδώ ξανά, μπορώ να επισημάνω αυτό το πρόβλημα σαν παράδειγμα. Αν πιάσω ένα χέρι μπορώ να το στρίψω κατ’ αυτόν τον τρόπο ή να το αντιστρέψω κατ’ αυτόν τον τρόπο. Υπάρχουν μόνο αυτές οι δύο περιπτώσεις, σωστά; Στις κλασικές τέχνες όμως, ο ένας δάσκαλος θα ονόμαζε την αντίστροφη κίνηση “Κονόχα γκαέσι” (στρίψιμο του φύλλου) ενώ κάποιος άλλος δάσκαλος θα το έλεγε “κοτεγκαέσι”. Ακόμα και αν το τεχνικό περιεχόμενο είναι το ίδιο, η ονομασία είναι εντελώς διαφορετική. Επιπλέον το γεγονός αυτό το κρατούσαν κρυφό και έτσι καταλήγαμε να μην καταλαβαίνουμε τίποτα από όλα αυτά.

Τον εκσυγχρονισμό τον σκέφτομαι ως το να παρουσιάσουμε το πρόβλημα αυτό στο κοινό, να το εξετάσουμε βάσει των αρχών της ανατομίας και να πούμε, “Λοιπόν, αν στρίψουμε την άρθρωση κατ’ αυτόν τον τρόπο είναι κοτεχινέρι (στρίψιμο του καρπού) ενώ αν τη στρίψουμε προς τα πίσω είναι κοτεγκαέσι (αντιστροφή του καρπού). Οπότε, όταν προκύψει κάποιο από αυτά ξέρουμε τι είναι ακόμα και αν δε γνωρίζουμε την ρίου από την οποία προήλθε και έχουμε ένα όνομα το οποίο δεν μπορεί να αμφισβητήσει καμία από τις παλιές παραδόσεις. Αυτό σημαίνει μοντέρνο.

Στα σπορ, κάνουμε την φύση αντίπαλό μας και χτίζουμε έτσι το κι ριόκου μας, την “πνευματική μας δύναμη”. Λέμε στον εαυτό μας, “Μπορούμε να τρέξουμε 100 μέτρα σε 10 ή 11 δευτερόλεπτα;” Κατ’ αυτόν τον τρόπο προκαλούμε τη φύση και αντικειμενοποιούμε τις ίδιες μας τις φυσικές ικανότητες. Δεν νομίζετε ότι αυτό είναι κάτι καταπληκτικό; Αντίστοιχα, σε μια μάχη δεν μπορούμε να έχουμε συναίσθηση μόνο του εαυτού μας, πρέπει να αισθανόμαστε και τον αντίπαλό μας. Πάρτε για παράδειγμα ένα κοσινάγκε –πρέπει να το επαναλαμβάνουμε ξανά και ξανά ώστε να μπορούμε να το θυμόμαστε.

Αν τα κάτα, ή προδιαγεγραμμένες φόρμες, εκτελούνται μονόπλευρα, ο συνασκούμενος είναι απλώς μια κούκλα, ένα είδος ρομπότ με το οποίο ασκούμαστε. Αν την ίδια τεχνική την εφαρμόσουμε σε μια πραγματική κατάσταση θα ανακαλύψουμε ότι ο συνασκούμενός μας αντιστέκεται ή ότι ξεφεύγει από τις προσπάθειές μας και γενικώς ότι τα πράγματα δεν εξελίσσονται όπως περιμένουμε. Εκεί είναι που τα πράγματα γίνονται εξαιρετικά δύσκολα. Το μπουτζούτσου, αντίθετα με τα σπορ, είναι βασισμένο σε μια πολύ συγκεκριμένη και ειδική σχέση μεταξύ του εαυτού μας και των άλλων –δηλαδή την πάλη μεταξύ δύο διαφορετικών ανθρώπων. Και γι αυτό έχουμε μια πολύ επικίνδυνη κατάσταση.

Μου αρέσει να διαχωρίζω το μπουτζούτσου σε τρεις τομείς: Ο πρώτος είναι η βία. Εδώ προσπαθούμε ηθελημένα να τραυματίσουμε τον αντίπαλό μας με ό,τι μέσα διαθέτουμε –πρόκειται για την παλιά αντίληψη, “οφθαλμός αντί οφθαλμού και οδόντας αντί οδόντος” και τελικά κάποιος σκοτώνεται. Στον δεύτερο, ακόμα και αν δεν αφαιρέσουμε μια ζωή, σπάμε ένα χέρι ή καθιστούμε ανίκανο τον αντίπαλό μας. Αντίθετα, η τρίτη περίπτωση απαιτεί να μην υπάρχει καθόλου τραυματισμός και αυτή είναι η μέθοδος που ξεπερνάει τη βία. Αυτός ο διαχωρισμός είναι πολύ χοντρικός και γενικός και προφανώς ο καλύτερος τρόπος είναι να ελεγχθεί η βία χωρίς να προκληθεί τραυματισμός. Αυτό είναι το ιδανικό μπούντο, είναι το μπουτζούτσου το οποίο δεν σκοτώνει, το ξίφος που δεν προκαλεί θάνατο.

Το σκεπτικό ότι αν με κόψει θα τον κόψω είναι πολύ ζωώδες, δεν είναι; Ο ανθρώπινος τρόπος, και μάλιστα ο τρόπος ενός ανθρώπου με καλή συνείδηση είναι ο τρόπος που ελέγχει τη βία αλλά δεν προκαλεί βλάβη. Προσωπικά πιστεύω ότι το γεγονός ότι ο Ο-Σενσέι είχε αυτή την αποκάλυψη είναι κάτι πολύ σημαντικό.

Κοιτάζοντας στην ιστορία του μπουτζούτσου, βλέπουμε ότι περίπου από την εποχή Έντο 1603-1868, υπάρχει μια απομάκρυνση από την ξιφασκία του πεδίου της μάχης και μια έμφαση προς τα εκπαιδευτικά θέματα. Έγιναν τέχνες και πλέον μιλάμε για φιλοσοφία, όμως η τάση ήταν να υπάρχει μια απόλυτη θεωρία και βάσει της οποίας ασκούνταν στο μπουτζούτσου. Δε θα πρέπει να τραυματίζουμε και δε θα πρέπει να τραυματιζόμαστε. Η Γιάγκιου Σινκάγκε-Ρίου για παράδειγμα είχε αυτήν την πνευματική προσέγγιση, αυτήν την αντίληψη.

(Συνεχίζεται στο επόμενο τεύχος)