Aikido Journal Home » Articles » Αυτοσχεδιασμοί: Το Αϊκί Δεν Είναι Πάντοτε Ωραίο Aiki News Japan

Αυτοσχεδιασμοί: Το Αϊκί Δεν Είναι Πάντοτε Ωραίο

Available Languages:

του Ellis Amdur

Aikido Journal #100 (1994)

Μετάφραση: Γρηγόρης Α. Μηλιαρέσης

Σύμφωνα με τη διαδεδομένη στις μαλακές πολεμικές τέχνες άποψη, οδηγούμε τον αντίπαλό μας στην κατεύθυνση που προτίθεται και που επιθυμεί να πάει -συνεπώς το αϊκίντο δεν είναι βίαιο, επειδή δεν “παρεμβαίνουμε” σε αυτό που πάει να κάνει. Παρ’ όλα αυτά, ποτέ δε συμφιλιώθηκα με την ιδέα ότι ο αντίπαλός μου, μου επιτέθηκε ζητώντας να του κλειδώσω τον καρπό ή να τον πετάξω τήδε-κακείσε με μια ανατροπή. Σύμφωνοι, γίνομαι ασεβής• το αϊκίντο δεν είναι τόσο χυδαίο από διανοητικής άποψης και, ναι, όλοι ξέρουμε ότι πρόκειται για μια πραγμάτωση αρχών, ομαλής και οικονομικής επίλυσης μιας συμπλοκής, του να μην κάνεις, όπως απαιτεί και η Βουδιστική εντολή, περιττή ζημιά.

Εντούτοις, παρόλη τη χαριτωμένη αυτή προειδοποίηση, πώς εναρμονιζόμαστε με κάτι πραγματικά ανήθικο, πραγματικά χαοτικό ή γνήσια ποταπό; Μια διέξοδος είναι, βεβαίως, το να σταθούμε στη δεοντολογία -όταν μια πράξη ή μια πρόθεση ξεπεράσει κάποια συγκεκριμένα όρια, τότε η αρμονική πράξη, η πράξη της αγάπης, είναι εκείνη που σταματάει το θηρίο εκεί που βρίσκεται. Παραδέχομαι ότι έχω χρησιμοποιήσει και εγώ το επιχείρημα αυτό. Ναι, είναι εύκολο τότε, να κυλήσει κανείς στη στάση την οποία αποκαλώ “Σερίφης του Θεού”, μια κατάσταση στην οποία πιστεύω ότι το πνεύμα μου είναι αμόλυντο και ενάρετο. Φοράω λοιπόν το σήμα μου, και με το πιστό μου αυτόματο πιστόλι MAC-10 σφιγμένο στο χέρι μου, αποκαθιστώ την αρμονία πολύ πιο αποτελεσματικά από ό,τι θα έκανα με το ιρίμι-νάγκε και το κόκιου χο… και μάλιστα σε πολύ περισσότερες περιπτώσεις! Πηδάω στο αυτοκίνητό μου και κατεβαίνω την Οδό Αρετής, πυροβολώ κάνα-δυο εμπόρους ναρκωτικών που δίνουν δηλητήριο σε παιδιά, Στρίβω αριστερά στη Λεωφόρο Ιδεολογίας και φυτεύω κάμποσες σφαίρες ακόμα σε μερικούς διεφθαρμένους πολιτικούς και στο τέλος, μετά από μερικές δεξιές στροφές στον στριφογυριστό Δρόμο των Καλών Προθέσεων, καταλήγω στην Οδό Δικαιοσύνης όπου και πυροβολώ έναν παιδεραστή στο δόξα-πατρί. Να μια αρμονία με την οποία όλοι μπορούμε να συμφωνήσουμε!

Επιλέγοντας να μην υιοθετήσω μια τέτοια παραφροσύνη, έχω μόνο έναν στόχο, ένα ιδανικό για την επίλυση συγκρούσεων στο οποίο αναδύεται η ειρήνη και η γνώση αντί για μια σπειροειδή τροχιά προς τη βία. Είμαι προετοιμασμένος να παλέψω αν δεν καταφέρω να πετύχω τον στόχο μου, όμως στοχεύω στο αϊκί, το οποίο, στο κείμενο αυτό, επιλέγω να ερμηνεύσω ως “συναισθηματική ταύτιση”.

Θα ήθελα να εξηγήσω το παραπάνω, μέσω μιας ιστορίας. Ωστόσο, για να ξεκινήσω, θα πρέπει να δώσω στους αναγνώστες που προέρχονται από τον χώρο των επαγγελματιών του κλάδου της ψυχικής υγείας, πώς κατάφερα να μείνω σε μια τόσο τρελή κατάσταση μόνος, κόντρα σε κάθε κανονισμό και προβλεπόμενη διαδικασία.

Το 1989, όταν συνέβη το περιστατικό αυτό, ήμουν εσωτερικός σπουδαστής σε έναν φορέα αντιμετώπισης κρίσεων• για την ακρίβεια εργαζόμουν εκεί μόλις δύο μήνες. Εντούτοις, λόγω της ιδιαίτερης εκπαίδευσης που είχα πάρει στην Ιαπωνία, ήμουν από αρκετές πλευρές αρκετά καλά προετοιμασμένος να εργαστώ στον τομέα της αντιμετώπισης κρίσεων και σύντομα θεωρήθηκα πλήρες μέλος της ομάδας αντί για απλός σπουδαστής.

Αν και ήμουν αρκετά καλός στις περιπτώσεις που είχαν να κάνουν με κατευθείαν, πρόσωπο-με-πρόσωπο περιπτώσεις, αυτό που δεν ήξερα ήταν το πώς να εργαστώ στα πλαίσια του συστήματος ψυχικής υγείας και των αρχών καταστολής.

Το παραπάνω δεν αποτελεί δικαιολογία. Αν ένας πολεμιστής δε γνωρίζει τα όπλα και το περιβάλλον του, το μόνο που μπορεί να του προσφέρει το θάρρος του είναι να τον συνοδεύσει μέχρι τον τάφο. Εντούτοις, και παρά την άγνοιά μου, η οποία με έκανε να μπω αδέξια και μόνος στο πεδίο της μάχης, ήταν το αϊκί αυτό που κατάφερε να με βγάλει από αυτό. Όμως, όπως θα δείτε, η αρμονία δεν είναι πάντοτε κάτι που σχετίζεται με την πρώτη, τρίτη και πέμπτη νότα στα λευκά πλήκτρα του πιάνου -μερικές φορές θα πρέπει να υπάρξει και ένας άσχημος θόρυβος.

Ένας περήφανος άνθρωπος

Ο Αλόνζο μπήκε μέσα στην κλινική άγριος και σφιγμένος σαν πρησμένη ουροδόχος κύστη. Ήταν τόσο επιθετικός στη ρεσεψιόν, που αποφασίστηκε να παραβρεθώ κι εγώ στη συνάντησή του με τη Σόνια, μια άλλη λειτουργό αντιμετώπισης κρίσεων. Μπήκε στο δωμάτιο, ένας κοντός, μυώδης μαύρος άντρας, περίπου σαράντα ετών, ντυμένος με τζιν και με ένα παλιό, πολύ καθαρό μπλουζάκι. Κάθισε στητός στην καρέκλα του και με επίσημη, σχεδόν δασκαλίστικη φωνή, μας είπε ότι είχε πάρει στο σπίτι του έναν πιτσιρικά, 19-20 χρονών, ο οποίος μόλις είχε βγει από τη φυλακή, ότι του είχε αγοράσει διάφορα πράγματα και ότι του είχε προσφέρει μια στέγη για να μείνει και πώς ο πιτσιρικάς του έκλεψε τα πάντα -το στέρεό του, το βίντεό του, τα ρούχα του, ακόμα και τα εσώρουχά του. Ανά διαστήματα, τα λόγια του ξέφευγαν και άρχιζε να βρίζει. Όταν συνέβαινε αυτό, γύριζε στη Σόνια και ζητούσε συγνώμη.

Τα μάτια του ήταν κόκκινα από τον θυμό και την έλλειψη ύπνου. Μίλαγε φουρκισμένος για το πόσο είχε ντροπιαστεί και πώς η σκέψη ότι ο νεαρός αλήτης κυκλοφορούσε με τα εσώρουχά του τον τρέλαινε τόσο πολύ που δεν τον ένοιαζε πλέον τι θα συνέβαινε στον ίδιο ή σε οποιονδήποτε άλλον.

Η κατάληξη της ιστορίας ήταν ότι ο Αλόνζο δεν μπορούσε να πιάσει τον πιτσιρικά -ήταν νεαρός και έτρεχε πολύ γρήγορα. Ο Αλόνζο είχε προμηθευτεί ένα μάγκνουμ .357 και τον κυνηγούσε, ήξερε ότι ο πιτσιρικάς ερχόταν στη συγκεκριμένη ψυχιατρική κλινική και απαίτησε να του πούμε ότι ή θα επέστρεφε τα ρούχα ή θα τον σκότωνε. Αν δεν του επέστρεφε τα ρούχα, μας είπε ο Αλόνζο, θα έπρεπε να του δώσουμε εμείς τη διεύθυνση του πιτσιρικά, και αν δεν κάναμε ούτε αυτό, τότε θα είχαμε συνταχθεί με τον νεαρό αλήτη και συνεπώς θα ήμασταν συνεργοί στην κλοπή. Ο Αλόνζο δεν μπορούσε να πει τι θα συνέβαινε τότε.

Εμείς του προτείναμε να πάει στην αστυνομία. Μας απάντησε κοφτά ότι είχε πάει στην αστυνομία και εκεί του είχαν πει να τους παραδώσει το όπλο του και εκείνοι θα φρόντιζαν να πιάσουν τον πιτσιρικά. Κούνησε το κεφάλι του, λέγοντας ότι οι αστυνομικοί μόλις που έκρυβαν τα χαμόγελά τους, κοροϊδεύοντάς τον.

Ο Αλόνζο μας είπε ότι δεν είχε εμπλακεί ποτέ του με το σύστημα ψυχικής υγείας, ότι ήταν πρώην πεζοναύτης, ότι πλέον εργαζόταν σε μια μεγάλη εταιρεία υπολογιστών, ότι επρόκειτο να χάσει τη δουλειά του επειδή δεν μπορούσε να πάει να δουλέψει με αυτά τα παλιά ρούχα που φορούσε και με τα παλιά εσώρουχα που του είχαν μείνει και ότι δεν είχε χρήματα να αγοράσει άλλα (επειδή δεν μπορούσε να πάει για δουλειά), ότι ο αλήτης του τα είχε κλέψει όλα και ότι “Θα του τινάξω τα μυαλά στον αέρα του καριόλη (συγνώμη μαντάμ) και αν χρειαστεί να αρχίσω να πυροβολώ μέσα στον κόσμο για να τον πετύχω, θα το κάνω.”

Προσπαθήσαμε να του μιλήσουμε λογικά, εξηγώντας του ότι ένα βίντεο και ένα μάτσο εσώρουχα δεν άξιζαν, τελικά, μια ζωή πίσω από τα κάγκελα της φυλακής. Μας είπε ότι προτιμούσε να αυτοκτονήσει παρά να πάει στη φυλακή, όμως ότι, πρώτα, θα σκότωνε τον Τζεφ. Ήταν άνθρωπος με τιμή και δεν επρόκειτο να ανεχτεί άλλα, πέρυσι είχε ανεχτεί κάτι παραπλήσιο, όμως όχι αυτή τη φορά. Καθώς μιλούσε, με το πρόσωπό του συσπασμένο, τις φλέβες να στριφογυρίζουν σα χέλια κάτω από το δέμα του, τα λόγια πετάγονταν από το στόμα του σαν σπασμωδικά αγκομαχητά. “Δεν μπορούσα να μείνω… στο πρόσωπο της γης… ξέροντας ότι ο αλήτης… κυκλοφορεί σε όλη την πόλη κοροϊδεύοντάς με… φορώντας τα… εσώρουχά μου…”

Το μόνο που μπορούσαμε να του αντιπαραθέσουμε ήταν εκλογικεύσεις σχετικά με τις πιθανές συνέπειες, και αυτές τις απόδιωχνε σαν μύγες. Λόγω του ιατρικού απορρήτου, δεν μπορούσαμε καν να πούμε αν ο Τζεφ ήταν πελάτης του ιδρύματος, όμως του είπαμε ότι αν είχαμε ποτέ κάποια επαφή με το συγκεκριμένο άτομο -“Τζεφ είπαμε τον λένε;”- θα του μεταφέραμε τα αισθήματα του Αλόνζο. Ο Αλόζνο άκουσε την πρόταση αυτή, επέλεξε να την ερμηνεύσει ως υπόσχεση ότι θα του βρούμε τα πράγματά του σε μια εβδομάδα, και έφυγε.

Επικοινώνησα με την αστυνομία. Μου είπαν ότι μέχρι να διαπραχθεί ένα έγκλημα, δεν υπάρχει κάτι που να μπορούν να κάνουν, όμως, αν ο Αλόνζο πυροβολούσε κάποιον, να τους ενημερώσω οπωσδήποτε. Στη συνέχεια κάλεσα την υπηρεσία Διορισμένων από την Επαρχία Επαγγελματιών Ψυχικής Υγείας (County Designated Mental Health Professionals - CDMHP), τον μόνο φορέα στην περιοχή της Ουάσιγκτον που έχει τη δικαιοδοσία να εγκλείσει κάποιον παρά τη θέλησή του. Συμφώνησαν, αν και απρόθυμα, να κάνουν μια αξιολόγηση, και επικοινώνησαν μαζί μου την επόμενη ημέρα, αφότου στο μεταξύ τον επισκέφθηκαν στον σπίτι του συνοδευόμενοι από την αστυνομία, για να μου πουν ότι ο Αλόνζο είχε δολοφονικές τάσεις αλλά δεν μπορούσαν να τον εγκλείσουν -σύμφωνα με την ερμηνεία που έδιναν στο δίκαιο της πολιτείας, δεν ήταν ψυχικά ασθενής αλλά απλώς εξαγριωμένος και επικίνδυνος.

Μέσω του θεραπευτή του, ήρθαμε σε επαφή με τον νεαρό αλήτη, τον Τζεφ• η όλη ιδέα με τον θυμό του Αλόνζο του φάνηκε πολύ διασκεδαστική, σχεδόν ξεκαρδιστική. “Φυσικά θα του τα δώσω πίσω. Όμως μου τα έδωσε ο ίδιος. Ο γέρο πούστης!” είπε. Και φυσικά μας είπε ψέματα• δεν επέστρεψε τίποτα.

Ψάχνοντας σε κάποια παλιά αρχεία, βρήκα τον φάκελο του Αλόνζο. “Δεν είχε εμπλακεί ποτέ του με το σύστημα ψυχικής υγείας” -χα! Έντονη κατάθλιψη, εγκλεισμός στο Πολιτειακό Νοσοκομείο του Όρεγκον μετά από μια απόπειρα αυτοκτονίας και ένα μεγάλο ιστορικό περιπτώσεων που έπαιρνε νεαρά καθαρματάκια από τον δρόμο τα οποία στη συνέχεια τον έκλεβαν.

Τηλεφώνησα στον Αλόνζο και με αναγνώρισε. “Ναι, ο Έλις -εσύ που μου έστειλες αυτήν την πουτάνα την ψυχίατρο.” Του απάντησα ότι ήταν ευθύνη μου απέναντι στον νόμο να ζητήσω αξιολόγηση οποτεδήποτε εμφανιζόταν στην κλινική μου κάποιος που απειλούσε ότι θα κάνει φόνο. Του είπα ήρεμα ότι λυπόμουν για το ότι είχε αναστατωθεί, όμως ό,τι έκανα, είχε γίνει για λόγους ηθικούς και νομικούς. “Δε συμφωνώ με αυτό που σχεδιάζεις να κάνεις• νομίζω ότι είναι λάθος.” Εκείνος με έβρισε.

Τον ρώτησα αν θα ήθελε να έρθει για να μιλήσουμε. Μου απάντησε ότι φυσικά θα ερχόταν, επειδή του χρωστούσα και κάποια νέα και περίμενε αποτελέσματα. “Σου έδωσα μια βδομάδα, Έλις, και ο χρόνος σου τελείωσε.” Του είπα ότι δεν μπορούσα να εγγυηθώ τίποτα αλλά θα χαιρόμουν να μιλήσουμε.

Μίλησα με την επικεφαλής των κλινικών υπηρεσιών και εκείνη αποφάσισε (προς μεγάλη μου έκπληξη και απόγνωση) να μην φέρει την αστυνομία για υποστήριξη. Η λογική της ήταν ότι ο Αλόνζο δε μας είχε απειλήσει απευθείας, και ότι δε θέλαμε να κλιμακώσουμε την αίσθηση της αδικίας που αισθανόταν. Ο άλλος της προβληματισμός ήταν ότι αν καλούσαμε την αστυνομία για οποιοδήποτε περιστατικό δεν περιελάμβανε απευθείας απειλές, θα άρχιζαν σιγά-σιγά να καθυστερούν να έρχονται -το σύνδρομο του “βοσκού που φώναζε ‘Λύκος!’”. (Το τελευταίο δεν ήταν αλήθεια. Η τοπική αστυνομία είχε πάντοτε ανταποκριθεί εξαιρετικά στις εκκλήσεις μας για βοήθεια). Τέλος, είχε την ανησυχία ότι κάποιοι από τους άλλους πελάτες, οι οποίοι συνήθιζαν να απειλούν με την ίδια ευκολία που οι συνηθισμένοι άνθρωποι ανταλλάσσουν έναν απλό χαιρετισμό, θα αισθάνονταν ότι η αστυνομία δεν ερχόταν όταν απειλούσαν εκείνοι, άρα αυτό σήμαινε ότι οι θεραπευτές τους δεν τους έπαιρναν στα σοβαρά και θα αισθάνονταν ότι έπρεπε να κλιμακώσουν τις απειλές τους. Εκ των υστέρων, όλα αυτά δείχνουν εντελώς ανόητα, όμως συμφώνησα μαζί της. (Δεν υπάρχει τίποτα πιο επικίνδυνο για τον ίδιο από έναν άνθρωπο που φοβάται να φοβηθεί). Όλοι λοιπόν έδειχναν να αντιμετωπίζουν την κατάσταση αυτή σαν φυσιολογική (στη δουλειά μου αυτό λέγεται “άρνηση”), οπότε θεώρησα κι εγώ ότι επρόκειτο για κάτι φυσιολογικό (εντούτοις, δεν έχω ξαναβρεθεί έκτοτε σε παρόμοια κατάσταση).

Ο Αλόνζο θα ερχόταν στη 1 μ.μ., μια πολύ ζεστή αυγουστιάτικη ημέρα. Ο ουρανός ήταν λευκός και γαλάζιος, δεν υπήρχαν σύννεφα και το γρασίδι ήταν καφέ. Αποφάσισα ότι θα τον συναντούσα έξω, ώστε να καλύψω το απίθανο ενδεχόμενο να είχε μαζί του όπλο και να πυροβολούσε. Λιγότεροι άνθρωποι θ κινδύνευαν έτσι.

Είμαι εντελώς μόνος. Ο ήλιος καιει και τα μάτια μου είναι γεμάτα λευκά στίγματα, ο ιδρώτας τρέχει ποτάμι στην πλάτη μου και βλέπω τον Αλόνζο, να ανεβαίνει τον λόφο φορώντας ένα βαρύ μπουφάν κουμπωμένο ως τον λαιμό -παρά τη ζέστη του Αυγούστου. Είναι οπλισμένος; Γιατί στεκόμουν ακόμα εκεί; …φαινόταν το πιο σωστό εκείνη τη στιγμή… όπως και πολλών άλλων ανθρώπων, οι ικανότητες μου είχαν εφαρμογή μόνο στην άμεση αναμέτρηση. Δεν είχα ακόμα αναπτύξει την ικανότητα να οπισθοχωρώ και να εποπτεύω όλον τον χώρο. Ήμουν καλός στρατιώτης αλλά σε καμία περίπτωση στρατηγός.

Δεδομένης της ανικανότητάς μου να δω τα πράγματα πιο πλατιά ή, έστω, να συνειδητοποιήσω την απόλυτη ανοησία του να στέκομαι μόνος μου περιμένοντας να συναντήσω έναν, πιθανώς οπλισμένο, διψασμένο για εκδίκηση άνθρωπο, δεν είχα καθόλου υποστήριξη, πέρα από τα όσα ήξερα, και αυτά ήταν πράγματα που είχα μάθει σε ντότζο και όχι στο σχολείο. Όταν ο Αλόνζο είχε φτάσει περίπου στα 10 μέτρα μακριά μου, άρχισα να βαδίζω γρήγορα προς το μέρος του, κάνοντάς του νόημα. Όπως και οι περισσότεροι άνθρωποι, άρχισε ανακλαστικά να μου γνέφει και αυτός, αν και, λόγω μυωπίας, δεν ήταν σίγουρος ποιος ήμουν. Είχα μειώσει την απόσταση στα 5 μέτρα, άφησα το χέρι μου να πέσει και στη συνέχεια το άπλωσα σε μια χειρονομία σαν για να ξεκινήσω μια χειραψία. Δεν έβαλε το χέρι του μέσα στο μπουφάν του• άπλωσε κι αυτός το χέρι του αυτόματα σαν να ήταν μαριονέτα και του το είχε τραβήξει ο μαριονετίστας. Έκλεισα κι άλλο την απόσταση και του έσφιξα το χέρι, ενώ εκείνος έσφιγγε νευρικά το δικό μου. Όντας κοντά του πλέον, ένοιωθα λίγο πιο ασφαλής. Ό,τι κίνηση και αν έκανε, θα μπορούσα να πέσω επάνω του και να του πάρω το όπλο (Εύκολο, ε; Γιατί, καθώς γράφω την ιστορία αυτή, είμαι τόσο δύσπιστος όσο κι εσείς που τη διαβάζετε;)

Να ‘μαστε λοιπόν, πιασμένοι από το χέρι. Τον πήγα προς τη λιακάδα και όχι προς το τσιμεντένιο δρομάκι και αρχίσαμε να συζητάμε, εκείνος να παραπονιέται για την αξιολόγηση της CDMHP ως προς την πνευματική του υγεία και να εκφράζει περισσότερο θυμό για τον Τζεφ κι εγώ να του νεύω και να ακούω, διατηρώντας τη θέση μου κάτω από τον καυτό ήλιο. Ο Αλόνζο άρχισε να ιδρώνει μέσα στο χοντρό μπουφάν του• ο ιδρώτας είχε αρχίσει να στάζει από το μέτωπό του και να κυλάει στη μύτη και τα χείλια του. Σκούπισε το μέτωπό του λέγοντας, “Πάμε στη σκιά, κάνει ζέστη.”

“Γιατί δεν ανοίγεις το μπουφάν σου, πρέπει να ψήνεσαι εκεί μέσα,” του είπα με τα μάτια ορθάνοιχτα και γεμάτα ειλικρίνεια. Και εκείνος το έκανε, στρίβοντας λίγο προς το πλάι. Κοίταξα με την άκρη του ματιού μου και… δεν υπήρχε όπλο! Ουουουουφφφφ. Είναι εντυπωσιακό το πώς μπορεί ένας άνθρωπος να χαλαρώσει και να απολαύσει την ψυχοθεραπεία όταν ξέρει ότι ο πελάτης του δεν είναι οπλισμένος! Ο Αλόνζο πήγε στη σκιά• έχοντας δροσιστεί κάπως πλέον, το παραλήρημά του έγινε πιο έντονο και άστραφτε και βροντούσε, καίγοντας τον αέρα με την οργή του. Και τότε, εντελώς ξαφνικά, κάτι ένα κλικ μέσα μου. Συνειδητοποίησα ότι αντιμετώπιζα τον Αλόνζο σαν αντίπαλο από την πρώτη στιγμή που τον συνάντησα. Αυτό δεν ήταν αφύσικο εκ μέρους μου, δεδομένου ότι ήμουν αντίθετος με την πράξη του να αρχίσει να πυροβολεί μέσα σε ένα πλήθος αθώων μόνο και μόνο επειδή κάποιος του είχε πάρει τα εσώρουχά του, για όνομα του Θεού, όμως η αντίθεσή μου απλώς τον έκανε να σκληρύνει την άμυνά του. Ένα μέρος του, ήξερε ότι είχα δίκιο οπότε υποστήριζε τα οχυρώματά του και απέκρουε τις βολές μου. Δεν υπήρχε μεταξύ μας καμία κατανόηση, καμία ταύτιση συναισθημάτων. Καθώς παραληρούσε με κοίταζε, περιμένοντας επιχειρήματα τα οποία θα μπορούσε να αντικρούσει με δίκαιο οργή και συνειδητοποίησα ότι, ακόμα και αν ο φόνος ήταν μια πιθανότητα, θα έπρεπε να τον γνωρίσω τον άνθρωπο αυτόν.

Ένοιωθε ντροπή, τον είχε απορρίψει ένας εραστής και γερνούσε. Δεν μπορούσε να αντιμετωπίσει τα προβλήματα όπως παλιότερα με σκέψεις αυτοκτονίας και κρίσεις κατάθλιψης. Αν και η λύση που είχε βρει για το κενό του ήταν τρελή, εντούτοις, για πρώτη φορά στη ζωή του αντιδρούσε.

Και έτσι έκανε μια ακόμα απειλή ότι θα σκοτώσει τον αλητάκο και εγώ είπα “Ναι, το αρχίδι. Το σκατόπαιδο. Σε ακούω να μιλάς και σκέφτομαι ‘Εσύ, ένας περήφανος άνθρωπος, παίρνεις με τις καλύτερες προθέσεις έναν πιτσιρικά και του δίνεις στέγη και αυτός σε φτύνει, σε ντροπιάζει!’” Άρχισα να κουνιέμαι μπρος πίσω σαν τους τραγουδιστές της χορωδίας στις εκκλησίες με τα γκόσπελ, να πηγαινοέρχομαι μέσα στον ήλιο και εννοούσα αυτά που έλεγα. Το μισούσα το καθαρματάκι για την κλοπή του και για την αλαζονεία του. Δεν ταυτιζόμουν με τον Αλόνζο, δεν είχα καμία σύγχυση για το ποιος ήμουν και για το ποιος ήταν, όμως άφησα τα συναισθήματά μου να συναντήσουν αυτά που πίστευα ότι ήταν τα δικά του και κατάφερα να τον συναντήσω εκεί, κάτω από τον ήλιο… “Το σκατό, το μπασταρδάκι, σου κλέβει τα ρούχα και κυκλοφορεί μ’ αυτά (μια-δύο φορές ο Αλόνζο προσπάθησε να παρέμβει όμως τα λόγια μου τον εμπόδιζαν), σε κοροϊδεύει, σε ντροπιάζει, το άθλιο αρχίδι, σε κλέβει, εσένα, έναν άνθρωπο με περηφάνια, έναν άνθρωπο που υπηρέτησε την πατρίδα του στον στρατό, να σου κάνει τέτοιο πράμα, και δεν μπορώ να καταλάβω (ο Αλόνζο πηγαινοέρχεται μαζί μου κουνώντας νεύοντας κάθε τόσο)… δεν μπορώ να καταλάβω… δεν μπορώ να καταλάβω!… γιατί εσύ!!!!ένας άνθρωπος με περηφάνια και τιμή να αφήνει να τον κοροϊδέψει (πλέον νεύει αποφασιστικά), διότι θα πάει στον τάφο κοροϊδεύοντάς σε (τα μάτια του πετάγονται έξω από την έκπληξη), γελώντας σου καθώς θα τον πυροβολείς, κάνοντάς σε να πετάξεις τη ζωή σου στα σκουπίδια για μερικά ρούχα και για μερικά πράγματα, θα πεθάνει γελώντας καθώς θα πυροβολείς και τους άλλους τριγύρω για να φτάσεις σ’ αυτόν, εσύ, ένας περήφανος άνθρωπος, να σκοτώνεις αθώους για να πιάσεις ένα αλητάκι, θα πεθάνει γελώντας… γελώντας στα μούτρα σου!

Σιωπή. Μακριά, μακριά σιωπή. Ο Αλόνζο σκέφτεται. Τελικά με κοιτάζει κατάματα. “Έχεις δίκιο!” λεει.

Εγώ ανασαίνω με ανακούφιση.

“Αν τον πυροβολήσω, μπορεί να τραυματίσω αθώους ανθρώπους. Θα χρησιμοποιήσω μαχαίρι! Θα τον πετύχω μόνο του κάπου, στο κουρείο ή κάπου άλλου!” (Ω Θεέ μου! Είχα ενισχύσει τον δολοφόνο, είχα υποστηρίξει τη δολοφονία του πιτσιρικά.)

Όμως ο Θεός ήταν μαζί μου εκείνη την ημέρα, και η γλώσσα μου κινήθηκε ταχύτατα. “Ναι, εντάξει, τώρα κάτι κάνουμε. Όμως, ρε φίλε, σε έχει τρελάνει τόσο πολύ που μετά θα πας και θα σκοτωθείς ή θα πας στη φυλακή επειδή σκότωσες ένα αλητάκι που δεν αξίζει ούτε τα σκατά των σκύλων που βγάζεις από τις σόλες σου. Θα κάνει τον κόσμο να σε κοροϊδεύει, εσένα, έναν άνθρωπο με περηφάνια και τιμή. Θα σε κοιτάνε και θα γελάνε που ξεκοίλιασες ένα αλητάκι για να πάρεις πίσω τα εσώρουχά σου. Θα γελάει κι αυτός, θα γελάει κι ο κόσμος…”

Το πρόσωπό του σκοτεινιάζει και τραβιέται μακριά μου. Χαμηλώνω τη φωνή μου. “Δεν το καταλαβαίνω. Εσύ είσαι πρώην στρατιωτικός, δεν έχεις φίλους στο στρατό εδώ, στην πόλη;” (Ευτυχώς, κουνάει το κεφάλι καταφατικά). “Μπορείς να κάνεις μια έρευνα, δεν μπορείς; Ξέρεις, χτένισε την πόλη, βρες το, το κάθαρμα, εσύ είσαι άντρας και αυτό αλητάκι, δε χρειάζεσαι όπλο για ένα αλητάκι, χτένισε την πόλη με τους αδελφούς από τον στρατό, πήγαινέ τον στην αστυνομία. Τα ρούχα σου θα είναι στο σπίτι του…”

Ο Αλόνζο σπάει. “Δεν είναι τα ρούχα, με καταλαβαίνεις; Δεν είναι τα ρούχα. Είμαι άντρας και με ντρόπιασε. Τα ρούχα τα καιω.”

“Ναι, σε ντρόπιασε, και αυτό είναι λάθος. Δεν υπάρχει τίποτα πιο στραβό από αυτό, το να πειράξεις την τιμή ενός άντρα… Οπότε, ψάξε στην πόλη,” είπα “και δωσ’ τον στην αστυνομία. Στείλε αυτό το αρχίδι στη φυλακή, εκεί που πρέπει να βρίσκεται -αυτός, όχι εσύ.”

Με κοίταξε για μερικά δευτερόλεπτα και είπε. “Κοίτα, δεν μπορώ να κάθομαι εδώ και να τρωω χρόνο μαζί σου. Έχω δουλειές να κάνω και ήδη έχω καθυστερήσει”. Προσπάθησα να τον φωνάξω, όμως εκείνος έφυγε.

Ξαναγύρισα μέσα, και σωριάστηκα σε ένα κάθισμα, ξεζουμισμένος, και κάπως κρύος. Χρόνια μετά το γεγονός, έχω πλέον μάθει πώς να θέτω σε κίνηση ένα σύστημα ώστε να το κάνω να ανταποκριθεί σε παρόμοια περιστατικά. Αρχίζεις να θέτεις θέματα νομικών ευθυνών, να παραληρείς για μηνύσεις και επιτροπές ερευνών και εφημερίδες και επίσημες επιστολές παραπόνων και με κάποιον τρόπο όλοι αρχίζουν να κινούνται. Πλέον δε θα χρειαζόμουν ποτέ ξανά να αντιμετωπίσω μια τέτοια κατάσταση μόνος, όμως τότε δεν υπήρχε κανείς άλλος. Θα μπορούσα να είχα σηκωθεί και να είχα φύγει, όμως που σταματάει μια τέτοια αντιμετώπιση; Τα πράγματα δεν πάνε καλά και όλοι μας σηκωνόμαστε και φεύγουμε; Όλες οι δυνάμεις του συστήματος είπαν ότι δεν μπορούσε να γίνει τίποτα, όμως για κάποιον λόγο εγώ ανέλαβα την ευθύνη για το αν κάποιο άνθρωποι θα ζούσαν ή θα πέθαιναν. Λόγω της άγνοιάς μου, η μέθοδός μου ήταν ελλιπής όμως, ακόμα και σήμερα, δεν έχω κανένα επιχείρημα σχετικά με την ανάγκη -τη δική μου ή οποιουδήποτε- για ανάληψη δράσης. Αν μη τι άλλο, το αϊκί, πρέπει να είναι ένα κομβικό σημείο γαλήνης και ειρήνης, στο κέντρο της βίας -όμως είναι ενεργό, είναι το να μπαίνεις μέσα στη βία, όχι μια παθητική εκπομπή καλών αισθημάτων.

Δε με ένοιαζε για τον Τζεφ, το αλητάκι• έλπιζα να τον χτυπούσε αυτοκίνητο και να πέθαινε αργά και βασανιστικά. Με ένοιαζαν οι αθώοι που μπορεί να βρίσκονταν στο βεληνεκές των σφαιρών και για τον ίδιο τον Αλόνζο, τον φουκαρά, μοναχικό, σφιγμένο και τρελαμένο από τον έρωτα Αλόνζο.

Περίμενα μερικές ώρες και κάλεσα τη CDMHP για να τους αναφέρω τι είχε συμβεί, να τους ενημερώσω. Ανέφερα το όνομα του Αλόνζο, και πριν προλάβω να πω τα δικά μου, ο άνθρωπός τους έβαλε τα γέλια και μου είπε, “Ναι, μόλις έφυγε από δω. Ήρθε, είπε ότι σκεφτόταν διάφορα πράγματα και ότι πλέον σκεφτόταν να παραδώσει το όπλο του. Του έκανα λίγη απλή ψυχοθεραπεία, ξέρεις, πέντε λεπτά -τα γνωστά ‘Έλα Αλόνζο, δε θέλεις να πας στη φυλακή, θέλεις;’ και υποσχέθηκε να παραδώσει το όπλο του στους μπάτσους. Πανεύκολο -α, ναι, εσύ Έλις γιατί πήρες είπες;”

Έκανα τον εαυτό μου περήφανο -είπα απλώς, “Μπα, τίποτα. Αλλά πολύ καλό αυτό που έγινε με τον Αλόνζο. Κάνετε πολύ καλή δουλειά εκεί, Τζορτζ!” Και έκλεισα το τηλέφωνο.

Δεν ξανάκουσα τίποτα για τον Αλόνζο. Όσο για τον αλητάκο, τον Τζεφ, με το τελευταίο του επίδομα ανικανότητας αγόρασε ένα εισιτήριο λεωφορείου για τη Φλόριντα.

Μετά το συμβάν

Πολύ συχνά, η ταύτιση συναισθημάτων, περιγράφεται σαν μια σιωπηλή, σχεδόν υπόγεια διαδικασία, αργή και διστακτική. Όσο το σκέφτομαι, καταλήγω στο ότι δεν είναι μια αργή μικρορύθμιση του μηχανισμού των σχέσεων αλλά κάτι που υπάρχει εκεί συνέχεια. Η ταύτιση συναισθημάτων είναι η διυποκειμενική πραγματικότητα, και τη βιώνουμε πάντοτε. Εντούτοις, οι σχέσεις συναισθηματικής ταύτισης, συμβαίνουν σε αυτό που αποκαλούμε ασυνείδητες διαδικασίες. Καθώς το ασυνείδητο θωρείται προσωπικό φαινόμενο, ακόμα και όταν μιλάμε για διυποκειμενική πραγματικότητα, θεωρούμε ως δεδομένο ότι η σχέση συμβαίνει καθώς εμείς σιγά-σιγά συνειδητοποιούμε αυτό που είναι αόρατο και ασύγχρονο μέσα μας. Πιστεύω, αντίθετα, ότι είμαστε συγχρονισμένοι σε ένα ασυνείδητο, συναισθηματικά ταυτισμένο επίπεδο το οποίο απαιτεί συναίσθηση για να κοινωνήσουμε την εμπειρία τόσο ο ένας στον άλλον, όσο και στη δική μας, ατομική συνείδηση. Νομίζω ότι οι ζωές μας είναι περιπλεγμένες σε έναν κόμπο πνεύματος και σάρκας και ότι αν ήμασταν αρκετά θαρραλέοι ώστε να ανοιχτούμε, θα συνειδητοποιούσαμε μια κατάσταση συναισθηματικής ταύτισης η οποία είναι πάντοτε παρούσα.

Οι κρίσεις, μερικές φορές, μου επιτρέπουν (ή με αναγκάζουν) να περιφράξω αυτά που θεωρώ “δεδομένα”, καθώς τα πράγματα παραείναι σοβαρά για να αφήσω αυτό που νομίζω ότι ξέρω για ένα άτομο, να μπλεχτούν σε ένα ζήτημα ζωής και θανάτου. Πρέπει να αφήσω κατά μέρος τις προκαταλήψεις και την τσάντα με τα θεραπευτικά κόλπα και να δράσω -ευελπίστως από μια θέση μη στοχαστικής δεκτικότητας και κατανόησης.

Και όμως, υπάρχει μια άλλη άποψη, όχι και τόσο ευχάριστη. Οι σκέψεις μου σχετικά με το αϊκί/συναισθηματική ταύτιση, μπορεί να είναι απλώς διανοητικές φαντασιώσεις μετά το γεγονός και εκλογίκευση της τύχης. Η ιστορία που έγραψα θα ήταν διαφορετική αν, η ίδια εκείνη κατάσταση, είχε εξελιχθεί με τον Αλόνζο να κάνει βόλτες στο κέντρο της πόλης ανοίγοντας τρύπες στους περαστικούς, κατάσταση όχι και τόσο ασυνήθιστη στη χώρα μας. Τι αξία θα είχε τότε η μικρή μου φιλοσοφία και η ψυχολογία του κάου-μπόι;

Από την άλλη, δεν το έκανε. Ότι και αν έγινε, όποια και αν ήταν η αιτία, κανείς δεν πέθανε, κανείς δεν τραυματίστηκε. Και αυτό είναι ένα γεγονός τόσο ξεκάθαρο, όσο και μια σταγόνα βροχής που πέφτει στο φαλακρό, γυαλιστερό μου κεφάλι.

Ο Έλις Άμντουρ ειδικός στην αντιμετώπιση κρίσεων από το Σιάτλ και δημιουργός της “Θεραπευτικής Αυτοάμυνας” ξεκίνησε την εξάσκησή του στις πολεμικές τέχνες το 1968. Έκτοτε, έζησε 13 χρόνια στην Ιαπωνία και πλέον έχει διπλώματα μοκουρόκου μέντζο και σίχαν-ντάι στο Αράκι-ρίου Τόριτε Κογκουσόγκου και οκουντέν (μπέτσου μοκουρόκου) και σίχαν μέντζο στο Τόντα-χα Μπούκο-ρίου ναγκινάτα-τζούτσου. Ο Άμντουρ είναι 3ο νταν στο αϊκίντο και επίσης μελετά το τάι τσι τσουάν της οικογένειας Τσεν