Aikido Journal Home » Articles » Πότε το Αϊκίντο Δεν Είναι Αϊκίντο; Aiki News Japan

Πότε το Αϊκίντο Δεν Είναι Αϊκίντο;

του David Lynch

Aikido Journal #120

Μετάφραση: Γρηγόρης Α. Μηλιαρέσης

Οι συζητήσεις σχετικά με την “μαχητική αποτελεσματικότητα” του αϊκίντο αποτελούν ένα σύνηθες φαινόμενο στις περιοχές συζητήσεων του Ίντερνετ. Δυστυχώς, οι συγκρίσεις που γίνονται με άλλα μαχητικά συστήματα δείχνουν μια αβυσσαλέα άγνοια της λογικής πάνω στην οποία στηρίχτηκε η δημιουργία της τέχνης.

Το αϊκίντο δεν είναι μαχητικό σύστήμα αλλά ένας τρόπος για να μη συμπλακεί κανείς και η πρόθεση πίσω από τη δημιουργία του δεν ήταν η προστασία ή η ενίσχυση του εγώ αλλά η μελλοντική εξάλειψή του. Η αξία του αϊκίντο βρίσκεται στο ότι προωθεί ποιότητες εκ διαμέτρου αντίθετες με αυτές που προβάλλονται ως αποτελεσματικές για χρήση “στο δρόμο.”

Μιλώντας καθαρά προσωπικά, πιστεύω ότι η αποτελεσματικότητα ή μη του αϊκίντο μου θα φανεί την ημέρα που θα χρειαστεί να αντιμετωπίσω μια κατάσταση ζωής ή θανάτου. Καθώς στα 40 χρόνια που ασκούμαι, δε μου χρειάστηκε ποτέ να χρησιμοποιήσω τις σωματικές τεχνικές του αϊκίντο εκτός ντότζο, δεν πρόκειται να χάσω τον ύπνο μου προβληματιζόμενος για το συγκεκριμένο θέμα.

Σαφώς ο καθένας από εμάς θα πρέπει να προσπαθεί να βελτιωθεί και είναι πάντοτε πρόκληση το να προσπαθήσεις να εκτελέσεις τις τεχνικές με περισσότερη ροή και ζωντάνια, όμως τι νόημα έχουν τα παραληρήματα σχετικά με τις ανεπάρκειες του αϊκίντο απέναντι στο κικ-μπόξιν, στην πάλη ή στη συμπλοκή στον δρόμο; Όπως έχουν τα πράγματα, το ίδιο το αϊκίντο έχει αρκετό υλικό για να δουλέψει κανείς χωρίς να χρειαστεί να καταφύγει σε cross-training ή να ανησυχεί σχετικά με το ποιες σχολές έχουν χάσει την ουσία και μας έχουν αφήσει με μια νερωμένη και αναποτελεσματική εκδοχή της τέχνης. Ούτως ή άλλως, υπάρχει ένα όριο στο τι μπορεί να μάθει κανείς από τους άλλους, οπότε ας μην μεμφόμαστε το σύστημα για τις δικές μας ανεπάρκειες.

Η αποτελεσματικότητα έχει το τίμημά της και όσο περισσότερο βλέπω εκείνους που ισχυρίζονται ότι έχουν καταφέρει να βρουν την αποτελεσματικότητα στο αϊκίντο, τόσο περισσότερο συμπαθώ τους απλούς ανθρώπους που δεν έχουν μεγάλες φιλοδοξίες σχετικά με την αποτελεσματικότητά τους. Η νοοτροπία που ασχολείται με την αποτελεσματικότητα είναι στην καλύτερη περίπτωση εκτός θέματος και στη χειρότερη απολύτως καταστροφική και καταθλιπτική.

Προκειμένου να εκτιμήσει κανείς το αϊκίντο, χρειάζεται “χώρος” –δηλαδή, πνευματικότητα, ψυχολογικό βάθος, αισθητική, συμπόνια και χαρά. Για να μην αναφέρω την αγάπη! (Υπάρχει μια σιωπηλή συμφωνία να μην αναφέρεται ποτέ η αγάπη στις συζητήσεις που σχετίζονται με την μαχητική αποτελεσματικότητα, γεγονός αρκετά περίεργο αν λάβει κανείς υπ’ όψιν τη σημασία που έδινε σ’ αυτήν ο Ο-Σενσέι και την επιμονή του ότι η αγάπη είναι η ουσία του αϊκίντο).

Δε θέλω να πω ότι η “πνευματική αποτελεσματικότητα” του αϊκίντο μπορεί να αποδειχθεί ευκολότερα με κάποιον αντικειμενικό τρόπο από ότι η τεχνική του διάσταση –ούτως ή άλλως δεν υπάρχουν εγγυήσεις. Δεν έχω πειστεί ωστόσο ότι η αδυναμία κάποιου να εκτελέσει μια τεχνική από, για παράδειγμα, μια δυνατή λαβή μορότε-ντόρι τύπου Ιουάμα αποτελεί απόδειξη έλλειψης πνευματικής ανάπτυξης. Ο σύνδεσμος μεταξύ πνεύματος, νου και σώματος είναι πολύ πιο περίπλοκος.

Η καμπύλη εκμάθησης είναι αρκετά μεγάλη και είναι λογικό το να περιμένει κανείς ότι θα χρειαστεί να δουλέψει όλη του τη ζωή με τον εαυτό του χωρίς καμία εγγύηση ότι θα φτάσει στην πλήρη φώτιση, είτε χρησιμοποιεί το αϊκίντο ή όχι. Δεν υπάρχει κανένας λόγος να εγκαταλείψει την προσπάθεια, και το να ασκείται στο αϊκίντο έχοντας στον νου έναν πνευματικό στόχο και όχι την τεχνική αποτελεσματικότητα, είναι μια καλή αρχή.

Παράλληλα, οι ωφέλειες στην υγεία, τόσο την ψυχική όσο και τη σωματική, αρκούν για να δικαιολογήσουν την σοβαρή και τακτική εξάσκηση χωρίς να χρειάζεται να υπάρχει η εμμονή στην μαχητική αποτελεσματικότητα ή ο φόβος απέναντι σε εκείνους που τη διαθέτουν. Καθώς το αϊκίντο είναι μια ατομική αναζήτηση, η σχολή που επιλέγετε είναι σημαντική μόνο στο μέτρο που ικανοποιεί εσάς και είναι μάλλον άτοπο το να προσπαθείτε να την συγκρίνετε με κάποια άλλη.

Και πάλι προσωπικά μιλώντας, η έκθεση στις διαφορετικές μεθόδους διδασκαλίας των Κισομάρου Ουεσίμπα, Κοΐτσι Τοχέι, Γκόζο Σιόντα, Κέντζι Σιμίζου και άλλων κατά τη διάρκεια της εκτενούς παραμονής μου στην Ιαπωνία, κυριολεκτικά με ανάγκασαν να αναζητήσω τις κοινές αρχές που υπήρχαν μεταξύ τους. Έχω προσπαθήσει να κρατήσω ανοιχτή την πόρτα προς κάθε νέα γνώση, χωρίς να πέφτω στην παγίδα της στενοκεφαλιάς και του σεχταρισμού.

Η γνώση όμως δεν είναι σοφία. Η γνώση προέρχεται από τις αισθήσεις οι οποίες ούτε μπορούν, ούτε είχαν ποτέ τις προδιαγραφές για να μας πουν οτιδήποτε για την αλήθεια του σύμπαντος. Το κυνήγι ολοένα και περισσότερης τεχνικής γνώσης, θα έχει ως πιο πιθανό αποτέλεσμα την απομάκρυνση του ανθρώπου από τον στόχο του αϊκίντο παρά το πλησίασμά του.

Παλιότερα με ενοχλούσε αρκετά το να ακούω κάποιον να λεει ότι το Χ ή το Ψ στιλ αϊκίντο στο οποίο ασκούμουν εκείνον τον καιρό “δεν ήταν αϊκίντο”. (Το συγκεκριμένο σχόλιο κυκλοφορούσε αρκετά στην Ιαπωνία). Αν και ήμουν διατεθειμένος να δεχτώ ότι η δική μου ερμηνεία μπορεί να είχε αρκετές ελλείψεις, μου φαινόταν απίστευτα αλαζονικό το να διαγράφει κανείς μεγάλες σχολές του ιαπωνικού αϊκίντο με τέτοια επιπόλαια σχόλια.

Οι μεγάλες σχολές είχαν ιδρυθεί από δασκάλους οι οποίοι, είχαν όλοι θητεύσει για μεγάλα διαστήματα κοντά στον ιδρυτή και οι οποίοι είχαν αφιερώσει τη ζωή τους στο αϊκίντο. Δε μου χρειάστηκε πολύς καιρός για να καταλάβω ότι το σχόλιο “αυτό δεν είναι αϊκίντο” είναι ρηχό και ανόητο και από τη στιγμή που συνειδητοποίησα ότι κάποιοι το έλεγαν για όλες τις μεγάλες σχολές, έπαψε και να με ενοχλεί.

Παρ’ όλα αυτά, μια τέτοια δήλωση μπορεί εύκολα να αποθαρρύνει τους νέους μαθητές που προσπαθούν να κατανοήσουν τη συγκεκριμένη εκδοχή της τέχνης –στους ανθρώπους αυτούς προτείνω να στραφούν στα λόγια του Ο-Σενσέι για καθοδήγηση:

“Η αποτυχία είναι το κλειδί της επιτυχίας –κάθε σφάλμα μας, μας διδάσκει κάτι. Να είστε ευγνώμονες ακόμα και για τις δυσκολίες, τα εμπόδια και τους κακούς ανθρώπους. Το να μπορεί να αντιμετωπίζει κανείς τέτοιου τύπου αντιξοότητες αποτελεί σημαντικό κομμάτι της εξάσκησης.” (Από το “The Art of Peace” - “Η Τέχνη της Ειρήνης” του Τζον Στίβενς).

Σε σχέση με τον ορισμό που έδινε ο ίδιος ο Ο-Σενσέι για το αϊκίντο, είναι πιθανότατα αλήθεια ότι αυτό στο οποίο ασκούμαστε, “δεν είναι αϊκίντο”, ανεξάρτητα από το σύστημα εξάσκησης το οποίο ακολουθούμε. Κρίνοντας από τα λόγια του Ο-Σενσέι (όπως παρουσιάζονται και πάλι στο βιβλίο του Τζον Στίβενς), έχουμε πολύ δρόμο να διανύσουμε:

“Υπάρχουν πολλά μονοπάτια που οδηγούν στην κορυφή του βουνού, όμως η κορυφή είναι πάντα η ίδια –η αγάπη.”

“Μόλις αρχίσετε να ασχολείστε με το καλό ή το κακό των συνανθρώπων σας, δημιουργείτε ένα άνοιγμα στην καρδιά σας που θα επιτρέψει στην κακία να μπει. Το να δοκιμάζεστε, να ανταγωνίζεστε και να κρίνετε τους άλλους θα σας κάνει αδύναμους και θα σας νικήσει.”

“Ο μοναδικός λόγος για τον οποίο είστε εδώ, είναι για να πραγματώσετε την ίδια σας την εσωτερική θεία φύση και την εγγενή σας φώτιση.”

Υπάρχουν προχωρημένοι αϊκιντόκα, οι οποίοι εξακολουθούν να κρίνουν τους συναδέλφους τους από άλλες σχολές και να ισχυρίζονται ότι ο δικός τους δρόμος είναι ο μόνος που φτάνει στην κορφή του βουνού, ασχέτως του ότι εμφανέστατα και οι ίδιοι δεν έχουν φτάσει στην κορυφή.

Έχω ανακαλύψει ότι τα διαφορετικά συστήματα εξάσκησης (δηλαδή όλες οι σχολές, καθώς κάθε άτομο πρέπει να δημιουργήσει το δικό του αϊκίντο), είναι στην ουσία συμπληρωματικά μεταξύ τους και αντιμετωπίζω το καθένα τους ως ένα ξεχωριστό κομμάτι ενός μεγαλύτερου παζλ.

Για παράδειγμα, οι βασικές τεχνικές του Γιόσινκαν (κίχον ουάζα και κίχον ντόσα) δημιουργούν μια πολύ καλή βάση για την πιο προσανατολισμένη προς την κίνηση εξάσκηση που βρίσκει κανείς στο Αϊκικάι. Στο Γιόσινκαν συνηθίζαμε να κάνουμε μια τεχνική για μια ολόκληρη ώρα μαζί με άπειρες επαναλήψεις διαφόρων σόλο κινήσεων τάι νο χένκο –κανείς δε μιλούσε για χαλάρωση και το κι αντιμετωπιζόταν με τη λογική του να βάζεις ό,τι έχεις σε κάθε τι που κάνεις, χωρίς να το αντιμετωπίζεις ως μια διαφορετική ιδέα.

Ο ούκε έπρεπε να κάνει “καθαρά ουκέμι”, ο νάγκε να εκτελεί “καθαρές ουάζα” και με δεδομένο ότι δεν υπήρχε ανταγωνισμός, κανείς δεν κέρδιζε τίποτα με το να εμποδίζει ή να δοκιμάζει καθ’ οιονδήποτε τρόπο τον συνασκούμενό του. Όταν κάποιος αγνοούσε την παραπάνω επισήμανση, το πράγμα εξελισσόταν πολύ γρήγορα σε μια άσχημη αναμέτρηση δύναμης –αυτό που συμβαίνει σε όλα τα ντότζο όταν αγνοούνται οι αρχές του αϊκίντο.

Μου άρεσε πολύ να προπονούμαι στο Αϊκικάι Χόμπου –ταχύτητα, ποικιλία και σχετικά άνετη προπόνηση. Κάθε σενσέι είχε μια κάπως διαφορετική προσέγγιση όμως γενικά μιλώντας, υπήρχε περισσότερη κίνηση από ό,τι στο Γιόσινκαν. Όταν πήγα για πρώτη φορά στο Αϊκικάι Χόμπου μετά τη θητεία μου στο Γιόσινκαν Χόμπου, είχα την αίσθηση ότι όλοι έτρεχαν γύρω μου! Μετά από λίγο καιρό ωστόσο, το συνήθισα και άρχισα κι εγώ να χορεύω.

Αν είναι αλήθεια ότι ο Κισομάρου Ουεσίμπα μείωσε τον αριθμό των τεχνικών που δίδασκε ο πατέρας του, του είμαι ευγνώμων –όπως δείχνουν τα πράγματα, αυτές που έχουν μείνει είναι κάτι παραπάνω από αρκετές. Ο Ντόσου Κισομάρου σε κάθε τάξη του παρουσίαζε ένα τεράστιο ρεπερτόριο από διαφορετικές τεχνικές. Πόσες θέλετε;

Αν και κατανοώ γιατί μερικοί θεωρούν ότι οι, γενικώς ειπείν, μαλακότερες επιθέσεις και η έλλειψη των ατέμι που βλέπει κανείς στο Αϊκικάι είναι λιγότερο ρεαλιστικά από ό,τι συμβαίνει αλλού, δεν είμαι σίγουρος ότι το επιχείρημα αυτό αντέχει σε πολύ μεγάλη ανάλυση. Ποιος μπορεί πραγματικά να πει ότι, για τα δεδομένα της εξάσκησης στο ντότζο, ένα ατέμι που θα μπορούσε να σπάσει τα δόντια του αντιπάλου είναι αποτελεσματικότερο από μια κίνηση του χεριού ή ένα απλό άγγιγμα; Σε τελική ανάλυση, και με τα τελευταία ο ούκε θα καταλάβει ότι υπάρχει το άνοιγμα στο οποίο θα γινόταν το ατέμι.

Θα μπορούσε επίσης κανείς να σχολιάσει το θέμα της “πραγματικής” επίθεσης και το αν και κατά πόσον είναι πιο αληθινή από μια πιο ήπια –στον πραγματικό κόσμο, κανένας ικανός επιτιθέμενος δε θα διαφήμιζε τις προθέσεις του και δε θα ορμούσε με τόσο προφανή τρόπο σε μια και μοναδική επίθεση. Αντίθετα, θα ήταν όσο πιο παραπλανητικός μπορούσε. Δεν τα λεω αυτά επειδή είμαι κατά του να προπονείται κανείς με την νοοτροπία της πραγματικής επίθεσης, αλλά επειδή πιστεύω ότι, σε τελική ανάλυση, η εξάσκηση απέναντι σε δυνατά χτυπήματα δεν είναι πολύ πιο ρεαλιστική ως προετοιμασία για τον “πραγματικό κόσμο” από ένα απλό νεύμα. (Τα παραπάνω δεν έχουν ως στόχο να εγείρουν διαφωνίες αλλά να δείξουν το πόσο μάταιο είναι να διαφωνεί κανείς όταν τα θέματα είναι τόσο σχετικά).

Ο Κέντζι Σιμίζου του Τέντοκαν έλεγε συχνά ότι πρέπει “να βρούμε τις τεχνικές που υπάρχουν μέσα στην κίνηση” –και η προσέγγιση αυτή μοιάζει αρκετά σοβαρή. Ο χρόνος που δαπανούμε προσπαθώντας να συγκεντρωθούμε στα χτυπήματα ή στα πιασίματα θα μπορούσε να δαπανηθεί στο να μάθουμε να κινούμαστε, αν η κίνηση είναι ο στόχος μας. Βεβαίως, υπάρχει περιθώριο και για τις δύο προσεγγίσεις.

Οι “ασκήσεις ανάπτυξης του κι” του Κοΐτσι Τοχέι, μου φαίνονται ιδανικές για προθέρμανση και για βελτίωση της ισορροπίας και της εγρήγορσης. Η σχεδόν παντελής απουσία τραυματισμών στο Ki Society είναι από μόνη της μια μαρτυρία της μεθόδου εξάσκησής τους –εκτός βεβαίως αν έχει κανείς διαστρεβλώσει τόσο πολύ το νόημα του αϊκίντο ώστε να μετράει τους τραυματισμούς ως ένδειξη αποτελεσματικότητας. Δεν πιστεύω τον ισχυρισμό ότι η διδασκαλία του Τοχέι είναι επιφανειακή, καθώς ο ίδιος μας έλεγε πάντοτε να μην δεχόμαστε τις αρχές του εγκεφαλικά αλλά να τις ανακαλύπτουμε στον εαυτό μας μέσα από την εξάσκηση.

Όσοι κοροϊδεύουν την εξάσκηση στο κι πολύ συχνά δεν έχουν παρά ελάχιστη (και μερικές φορές καθόλου) εμπειρία από το σύστημα του Τοχέι. Βεβαίως, είναι σαφές ότι η ευθαρσής κριτική του προς άλλες σχολές (κριτική στην οποία παρεμπιπτόντως δεν είναι μόνος) έχει προκαλέσει ένα μεγάλο μέρος από την κριτική που στρέφεται προς το δικό του μέρος.

Θυμάμαι ένα χαριτωμένο περιστατικό σε ένα πάρτι ενός ντότζο, όταν κάποιος ρώτησε από τον Τοχέι αν μπορούσε να κινήσει ένα φλιτζάνι με το κι του. “Φυσικά και μπορώ,” είπε και απλώνοντας το χέρι του, έπιασε το φλιτζάνι. “Νους και σώμα είναι ένα,” συμπλήρωσε και απ’ όσο θυμάμαι, ο ίδιος ποτέ δεν ισχυρίστηκε ότι μπορούσε να ρίξει κάποιον κάτω χρησιμοποιώντας μόνο το κι, χωρίς να παρεμβληθεί το σώμα του.

Φυσικά, κάθε σύστημα εξάσκησης θα μπορούσε να ισχυριστεί ότι είναι πλήρες και δεν προσυπογράφω την άποψη ότι θα πρέπει να υπάρξει μια μίξη όλων τους. Απλώς, στη δική μου περίπτωση οι συνθήκες μου έδωσαν την ευκαιρία να κάνω κάτι τέτοιο –σε κάποιο μέτρο– και έχω καταλήξει στο ότι η προσέγγιση αυτή έχει αποτέλεσμα σε εμένα και στους μαθητές μου. Το να βλέπω κάθε διαφορετικό σύστημα ως κομμάτι ενός όλου δεν έχει φέρει κάποιο δυσάρεστο αποτέλεσμα.

Χρειάζεται να δούμε πέρα από τις διαφορετικές προσωπικότητες των μεγάλων σενσέι και να εκτιμήσουμε το από πού έρχονται. Ένα εμπόδιο που συχνά αντιμετωπίζουμε στη Δύση, είναι το θέμα του χρόνου που περιμένουμε ότι απαιτείται για να ολοκληρωθεί η διαδικασία αυτή. Οι Ιάπωνες, δείχνουν πιο συμφιλιωμένοι με την ιδέα ότι χρειάζεται να περάσει κανείς πολλά χρόνια, αν όχι δεκαετίες, σε μια σχολή μέχρι να την κατανοήσει πλήρως.

Είναι πραγματικά ατυχές το ότι θέματα βαθμών ή άλλες “πολιτικές” περιστάσεις, αναγκάζουν τους μαθητές να επιλέξουν μεταξύ των διαφορετικών προσεγγίσεων αντί να αποδεχτούν χωρίς προκαταλήψεις αυτά που έχει να τους προσφέρει η κάθε μια. Εκείνοι που βρίσκουν το είδος της εξάσκησης που ταιριάζει με τον χαρακτήρα τους, θα πρέπει να θεωρούν τον εαυτό τους τυχερό.

Κάτι που ίσως θα βοηθούσε προκειμένου να δείξει τις πολύ διαφορετικές προσωπικότητες και του χαρακτήρες που υπάρχουν έξω στον κόσμο, θα ήταν ένας “πίνακας μαχητικού ταμπεραμέντου”: ο “Πίνακας ΜΤ του Lynch” (μια ιδέα που δεν έχει ακόμα πατενταριστεί) με τη “Μητέρα Τερέζα” στο ανατολικό άκρο και τον “Μάικ Τάισον” στο δυτικό, θα μπορούσε να δείξει τα όρια και να επιτρέψει στον καθένα να δει που είναι η δική του θέση μέσα σε αυτό το φάσμα. Ένας τέτοιος πίνακας όμως, θα ήταν παραπλανητικός αν δεν λάμβανε υπ’ όψιν τη φιλοσοφία του Ο-Σενσέι και θα ήταν μονοδιάστατος και βαρετός, όπως και όλες οι θεωρίες περί αποτελεσματικότητας. Θα έπρεπε να περιλαμβάνει και μια ακόμα γραμμή (από τον Βορρά προς τον Νότο) η οποία να αντιπροσωπεύει τις ανθρώπινες δυνατότητες του καθενός –ένα πνευματικό στημόνι, απέναντι στο σωματικό και συναισθηματικό υφάδι.

Υπάρχει ένας Δρόμος τον οποίο πρέπει να ακολουθήσουμε αν θέλουμε να φτάσουμε τον στόχο του αϊκίντο που δεν διαφέρει από τον στόχο όλων των διδασκαλιών που ασχολούνται σοβαρά με την διανοητική και την πνευματική εξέλιξη του ανθρώπου. Ο στόχος είναι μια ενωτική γνώση της θείας αρχής, μια άμεση διαίσθηση της πνευματικής πραγματικότητας και μια εγρήγορση της σχέσης του ανθρώπου και του σύμπαντος. Είναι το να ανακαλύψουμε ποιοι είμαστε.

Φυσικά, όσο περισσότερο υπάρχει το ατομικό εγώ, τόσο λιγότερο θα υπάρχει αυτή η βαθιά κατανόηση. Αυτό μας εξηγεί γιατί θέλοντας να είμαστε δυνατοί και να προστατεύουμε το εγώ μας, δεν κάνουμε σημαντική πρόοδο προς την αγάπη ή τη συμπόνια. Αντί να αναγνωρίζουμε την άγνοιά μας σχετικά με το τι είναι αυτό που πραγματικά μετράει και να καταβάλλουμε μια προσπάθεια, ακόμα και μικρή, να την επανορθώσουμε, αναλώνουμε τον χρόνο μας συζητώντας λεπτομέρειες, τελματωμένοι στον υλισμό.

Κοιτάζουμε προς τα έξω αναζητώντας πιο αποτελεσματικούς τρόπους μάχης ή υπεράσπισης του εαυτού μας αντί προς τα μέσα για μια πιο κατάλληλη πρόταση, μια πρόταση που θα συμφωνεί με την αρχική λογική του “Δρόμου της Αρμονίας”.

Τελικά, τείνουμε να παίρνουμε αυτό που ζητήσαμε.