Aikido Journal Home » Articles » Ονίισαν Aiki News Japan

Ονίισαν

του Ellis Amdur

Published Online

Μετάφραση: Γρηγόρης Α. Μηλιαρέσης

Μην νομίζεις ότι σίγουρα θα καταλάβεις τη φώτισή σου.
—Ντογκέν Ζέντζι

Το Ντότζο Κουουαμόρι ήταν ένα μικρό τοπικό ντότζο τζούντο στα περίχωρα του Τόκιο όταν ο διευθυντής του συνδέθηκε με την οικογένεια Ουεσίμπα στις αρχές της δεκαετίας του 1950. Στη σχολή συνεχίζει να διδάσκεται τζούντο μέχρι και σήμερα, όμως έχουν σταλεί εκεί για να διδάξουν αϊκίντο δάσκαλοι από το Αϊκικάι Χόμπου -δάσκαλοι όπως ο Ντόσου, ο Νακαζόνο, ο Ταμούρα, ο Κουρόιουα και ο Γιαμαγκούτσι. Το Κουουαμόρι υπήρξε το πρώτο σίμπου (παράρτημα) ντότζο του Αϊκικάι, διαφορετικό από τα λίγο-πολύ αυτόνομα κέντρα που είχε ιδρύσει ο Ουεσίμπα Μοριχέι (π.χ. στο Σίνγκου, την Ιουάμα και την Οσάκα).

Ο πρεσβύτερος Κουουαμόρι πέθανε ξαφνικά γύρω στα πενήντα-πέντε του από καρδιακή προσβολή αφήνοντας μια χήρα και τέσσερα παιδιά: τρεις γιους, τον Τακενόρι, τον Γιασουνόρι και τον Καζουνόρι, και μια κόρη, τη Φουμίκο. Ο Τακενόρι, ο μεγαλύτερος, έγινε διευθυντής της σχολής και ο Γιασουνόρι έγινε ο επικεφαλής εκπαιδευτής του αϊκίντο. Το κομμάτι του τζούντο το συνέχισαν ο Γιασουνόρι και ο Καζουνόρι, ενώ ο πρώτος έγινε ντότζοτσο (επικεφαλής του ντότζο) γύρω στα είκοσι-πέντε του. Η θέση αυτή είναι αρκετά ευαίσθητη καθώς ορισμένα από τα μέλη της σχολής ήταν εκεί αρκετά χρόνια ώστε να τον θυμούνται από παιδάκι. Μπορεί αυτός να ήταν μέλος της οικογένειας, όμως εκείνοι πίστευαν ότι θα έπρεπε να είχαν περισσότερη εξουσία, δεδομένου του βαθμού, της ηλικίας ή της μεγαλύτερης ικανότητας που πίστευαν ότι είχαν. Τηρουμένων των αναλογιών, ο Γιασουνόρι αντιμετώπισε το ίδιο πρόβλημα που αντιμετώπισε ο Ντόσου Ουεσίμπα Κισομάρου όταν διαδέχτηκε τον πατέρα του.

Φυσικά, αν κάποιος από τους αρχαιότερους έπαιρνε τη θέση, οι υπόλοιποι θα έφευγαν από το ντότζο καθώς, καθένας απ’ αυτούς ήθελε να πιστεύει ότι ήταν ο καλύτερος. Η κληρονομική διαδοχή, όμως, θέτει τον διάδοχο στο κέντρο και όχι στην κορυφή, με αποτέλεσμα, ακόμα και αν κάποιοι φύγουν, το κέντρο να κρατάει. Αυτό έγινε και με το ντότζο Κουουαμόρι, το οποίο διηύθυνε στις αρχές της δεκαετίας του 1970 ένα νεαρό τέταρτο νταν.

Το 1975, όταν αποφάσισα να πάω στην Ιαπωνία, ένας εκπαιδευτής με τον οποίο είχα κάποια σχέση, μου έγραψε μια συστατική επιστολή για το ντότζο αυτό. Εκεί είχε ξεκινήσει κι αυτός την εκπαίδευσή του, στη δεκαετία του 1950.

Κατέβηκα από το αεροπλάνο μια παγερή ημέρα, με τη θερμοκρασία αρκετά κάτω από το μηδέν. Ήταν 10 Ιανουαρίου του 1976. Με υποδέχτηκε ένας μικρόσωμος άντρας, γύρω στο ένα-σαράντα ο οποίος μου είπε σε αργά αγγλικά “Είμαι ο Κουουαμόρι”. Η πρώτη σκέψη που έκανα στην Ιαπωνία, όντας δύο-δεκατρία ήταν “Θεέ μου, πώς θα περάσω κάτω από το χέρι του για να κάνω σίχο-νάγκε;” Μετά από λίγο, εμφανίστηκε ένας ακόμα άντρας, γεροδεμένος και με ύψος γύρω στο ένα-ογδόντα, ο οποίος είπε επίσης “Είμαι ο Κουουαμόρι”. Είχα γνωρίσει τους Τακενόρι και Γιασουνόρι αντίστοιχα.

Πήγαμε κατευθείαν από το αεροδρόμιο στο ντότζο για το καγκάμι μπιράκι, τα εγκαίνια του ντότζο για την Πρωτοχρονιά. Ήταν ένα μικρό ντότζο, μόνο 30 στρώματα με τατάμι σκεπασμένο με πλαστικό και μόνο τρις τοίχους -ο τέταρτος ήταν μια πόρτα που άνοιγε σε έναν μικρό κήπο. Το κρύο ήταν τόσο έντονο που αν έριχνες νερό στο έδαφος, σε μερικά λεπτά γινόταν πάγος. Από το τζετ-λαγκ, πέρασα αμέσως στην προπόνηση, σε έναν χώρο όπου πάνω από τους μισούς ήταν μαύρες ζώνες και πολλοί από αυτούς, συμμαθητές του επικεφαλής από το γυμνάσιο. Η ατμόσφαιρα ήταν ευχάριστη και ζεστή, αν και τα πόδια μου είχαν κρυώσει τόσο πολύ που έπαψα να τα αισθάνομαι με αποτέλεσμα, όταν μετά την προπόνηση ανέβηκα τις σκάλες, έπεσα με τα μούτρα.

Ένα από τα πράγματα που έμαθα την πρώτη μέρα ήταν ότι δεν είχα δάφνες πάνω στις οποίες να αναπαυθώ. Πολλοί άνθρωποι ήταν πιο ικανοί από εμένα, ενώ άλλοι, ικανότεροι και μη, ήταν αρχαιότεροι και ήταν καθήκον μου να τους σέβομαι. Ήμουν εκεί για να μάθω. Αν είχα πει -σ’ αυτούς ή στον εαυτό μου- “Αυτό το ξέρω” ή “Εκείνο μπορώ να το κάνω καλύτερα”, θα έχανα κάθε ευκαιρία να μάθω κάτι και θα είχα βρεθεί σε έναν θλιβερό μικρό κόσμο, με ένα κοινό αποτελούμενο από ένα άτομο. Ανακάλυψα ότι μάθαινα ακόμα και όταν έκανα πράγματα που ήταν ξεκάθαρα “λάθος”. Με το να μιμηθώ και να γίνω καλός στον τρόπο εξάσκησης άλλων ανθρώπων, ακόμα και σε έναν τρόπο που δεν ταίριαζε στο ύψος, τη διάπλαση ή τον χαρακτήρα μου, άνοιξα ένα παράθυρο στον κόσμο τους. Επιπλέον, μέχρι να μάθω τις κινήσεις τους πολύ καλά, να τις μάθω σαν μια σωματική πράξη την οποία μπορούσα ο ίδιος να εκφράσω, δεν ήξερα τίποτα γι αυτές.

Υπήρξαν στιγμές που αντιστάθηκα σ’ αυτό. Μερικοί από τους μεγαλύτερους σε ηλικία άντρες με εξώθησαν σχεδόν στο να βάλω τα κλάματα από εκνευρισμό με τη διαρκή φλυαρία και την κριτική τους ότι ήμουν “πολύ λάθος” και με τα διαρκή σταματήματα της τεχνικής μου, πριν ακόμα οι μυς μου συσπαστούν για να κινηθούν. Αμέτρητες φορές φαντασιώθηκα ότι τους πέταγα από την ανοιχτή πόρτα στον κήπο, όμως τις περισσότερες φορές, έκανα την τεχνική “με τον τρόπο τους”.

Για μερικούς μήνες έμεινα στο σπίτι των Κουουαμόρι, πάνω από το ντότζο. Το πρώτο βράδυ, άπλωσα το φουτόν μου δίπλα σ’ αυτό του επικεφαλής εκπαιδευτή και του είπα σε αβέβαια ιαπωνικά, “Καληνύχτα σενσέι”. Εκείνος άναψε το φως, με κοίταξε και μου είπε με σπαστά αλλά προσεκτικά αγγλικά, “Μη με λες σενσέι. Να με λες με το όνομά μου -Γιασουνόρι. Δεν μπορεί να με λεει ‘σενσέι’ κάποιος που κοιμάται δίπλα μου. Θεώρησέ με σαν μεγαλύτερο αδελφό σου και βρεις τον σενσέι σου κάπου αλλού. Καταλαβαίνεις; Καληνύχτα Έλις”.

Τα πήγαμε καλά από την αρχή με αυτόν τον μυώδη, άσχημο-όμορφο άντρα με το, σαν κολοκύθα κεφάλι. Στην καρδιά του χειμώνα έβγαινε γυμνός από τη μέση και πάνω στον κήπο και χτυπούσε το ξύλινο ξίφος του σε ένα λάστιχο αυτοκινήτου, με το σώμα του να αχνίζει στον κρύο αέρα, και εναλλάσσοντας το ξίφος από το δεξί χέρι στο αριστερό διότι δεν ήθελε να γίνει σαμουράι αλλά να γυμναστεί ισορροπημένα. Με πήγε στο Χόμπου ντότζο να γνωρίσω τον Ντόσου και μπήκαμε στην τάξη με 20 λεπτά καθυστέρηση -κάτι που ο Ντόσου βρήκε ιδιαίτερα αστείο γιατί ήξερε ότι ο Γιασουνόρι δεν ξύπναγε νωρίς για κανένα λόγο και, άρα, το να αργήσει μόνο 20 λεπτά για ένα μάθημα που ξεκινούσε στις 6.30 το πρωί ήταν κάτι εξαιρετικό.

Πηγαίναμε για νουντλς και έτρωγε τρεις κούπες, γελώντας και μουγκρίζοντας από έκσταση, κατέβαζε μπίρες και κάπνιζε και στη συνέχεια γυρίζαμε στο σπίτι, έβγαζε στον κήπο τον πάγκο για τα βάρη και έκανε πιέσεις στήθους με φοβερή ταχύτητα, 20 επαναλήψεις με βάρος όσο το δικό του και μετά ανέβαινε πηδηχτά επάνω για μερικές μπίρες ακόμα και για μπάνιο.

Το αϊκίντο του ήταν εξαιρετικό. Ογδόντα κιλά από σκληρή λαστιχένια σάρκα που στροβιλίζονταν και κινούνταν ενθουσιωδώς, κάνοντας πτώσεις για τους μαθητές του πιο συχνά από ό,τι αυτοί για εκείνον. Λόγων των πολλών χρόνων που είχε κάνει τζούντο, του άρεσε να πέφτει και όταν ο συνασκούμενός του ήταν χαμηλών τόνων, αυτός πήδαγε μόνος του στον αέρα, σε μια τεράστια τροχιά, μόνο και μόνο για τη χαρά της πτώσης.

Στη χακάμα μου, είχα κεντημένο το όνομα του ντότζο, Κουουαμόρι. Αυτό ήταν κάτι που μου το πρότεινε ο Γιασουνόρι, ώστε να δείχνω ότι ήμουν “πιασμένος” και να μπορώ να πηγαίνω από ντότζο σε ντότζο χωρίς πρόβλημα. Αν δεν είχα σχέση με κάποιο ντότζο, πολλοί εκπαιδευτές θα προσβάλλονταν που δεν γινόμουν μέλος της σχολής -ή της ακολουθίας- τους, ειδικά αν πήγαινα εκεί συχνά και προπονούμουν με ζήλο -οι τουρίστες δεν αρέσουν σε κανέναν. Ένας εκπαιδευτής που γνώριζα από το Χόμπου ντότζο και ο οποίος με συμπαθούσε πολύ, με απέτρεψε από το να επισκεφθώ το προσωπικό του ντότζο διότι, ξέροντας τον εαυτό του, συνειδητοποίησε ότι, αν μου επέτρεπε να μπω στην “οικογένειά” του χωρίς να γίνω πλήρες μέλος, σύντομα θα γινόταν κτητικός.

Για τους περισσότερους δασκάλους, ωστόσο, η επίσκεψή μου ήταν ένα είδος τιμής. Όχι επειδή ήμουν κατά κάποιον τρόπο ξεχωριστός, αλλά επειδή εγώ, ο μαθητής ενός άλλου δασκάλου, ενδιαφερόμουν να ψάξω τη σχολή τους. Ο Γιασουνόρι, από τη μεριά του, απλώς με ενθάρρυνε να πηγαίνω όπου μπορούσα, λέγοντάς μου “Μάθε καινούρια πράγματα και φέρ’ τα εδώ να τα δοκιμάσουμε”.

Όλα τα βάσανα που είχα περάσει με τους ενοχλητικούς μεγαλύτερους στο ντότζο με ωφέλησαν πολύ. Με είχαν διδάξει να κρατάω το στόμα μου κλειστό και τις προκαταλήψεις μου για τον εαυτό μου. Αυτό είχε σαν αποτέλεσμα, οι άλλοι δάσκαλοι και οι μαθητές τους να μην αισθάνονται ότι έμπαινα στο “σπίτι” τους και βολευόμουν με τους μανιερισμούς μου ή τις απόψεις μου περί τεχνικής. Τι νόημα είχε να πηγαίνω σε άλλα ντότζο αν το μόνο που ήθελα ήταν να διατηρήσω τις πενιχρές μου γνώσεις; Αν πήγαινα σε μια άλλη σχολή, έκανα εξάσκηση με τον δικό τους τρόπο, κουνιόμουν με τον δικό τους τρόπο, προσπαθούσα, έστω και για λίγο, να σκεφτώ με τον δικό τους τρόπο. Μετά, επέστρεφα στο ντότζο Κουουαμόρι για να τα χωνέψω και τα άφηνα να συγχωνευθούν στο προσωπικό στιλ που σιγά-σιγά δημιουργούσα.

Ήμουν μέλος μια ομάδας νεαρών, όλοι στις αρχές της τρίτης δεκαετίας της ζωής μας. Κοπανάγαμε ο ένας τον άλλον κάτω στο βραδινό μάθημα, βγαίναμε να τσιμπήσουμε κάτι σε κάποιο μαγαζί με νουντλς, ακόμα με τα κεϊκόγκι μας και με τα ξύλινα σανδάλια γκέτα να χτυπάνε στο πεζοδρόμιο και στη συνέχεια επιστρέφαμε τρέχοντας για ένα ακόμα μάθημα.

Το ντότζο του Γιασουνόρι ήταν μια πινακοθήκη χαρακτήρων. Ανάμεσά τους ήταν ένα σχολαστικό, μισότυφλο πέμπτο νταν που θύμιζε τον ήρωα των καρτούν, Κύριο Μαγκού, ένας νεαρός διανοούμενος με ανάκατα μαλλιά που θα έπρεπε να είναι συγγραφέας αλλά που κατέληξε να εργάζεται σε μια ιαπωνική εταιρεία και που έχασε μια δουλειά όταν χτύπησε έναν αλαζονικό προϊστάμενο πάνω σε ένα γραφείο, ένας νεαρός φοιτητής νομικής και η καλή του από το γυμνάσιο, ένας μικρόσωμος αλκοολικός ο οποίος, μετά από χρόνια υποσχέσεων ότι θα αυτοκτονήσει τις οποίες κανείς δεν έπαιρνε στα σοβαρά, ανέβηκε στα βουνά Τσιτσιμπού με δύο μπουκάλια σάκε και ένα ξυράφι, κάθισε στο χιόνι και έκοψε τις φλέβες του, ένας κάπως κακός τύπος που πάντοτε έκανε μελανιές στους καρπούς των γυναικών επειδή τις έπιανε πολύ σφιχτά, ένας μεγαλόσωμος ιταλός, πρώην ασκούμενος στο τζούντο ο οποίος ξεκίνησε να κάνει αϊκίντο μετά από ένα ατύχημα (έσπασε την πλάτη του όταν κατέρρευσε επάνω του ένα χαντάκι που έσκαβε στον κήπο) και τέλος, η νέμεσή μου, ένας φωνακλάς, πωλητής κιμονό με βάρος πάνω από 100 κιλά και ξυρισμένο κεφάλι, ένας τεράστιος τύπος, πρώην αχθοφόρος στον πέμπτο σταθμό του Όρους Φούτζι όπου καθημερινά κουβαλούσε στην πλάτη του φιάλες γκαζιού, βάρους 70 κιλών, με πόδια σαν βελανιδιές και πολύ όμορφη τεχνική -δε με συμπαθούσε, ξένος γαρ, όταν έμαθε ότι διαφωνούσα με τη φαλαινοθηρία, μου έκανε δώρο κονσέρβες με κρέας φάλαινας. Χρόνια αργότερα, όταν γύρισε από την Ιταλία όπου είχε πάει για να διδάξει, μου είπε ότι καταλάβαινε πλέον τι πρέπει να είχα περάσει τότε. Ήταν μια στιγμή γεμάτη χάρη.

Το ντότζο ήταν το χωριό του Γιασουνόρι. Υπήρχαν διαρκώς αντιπαλότητες και μικρό-διαπληκτισμοί, όμως όλα καλύπτονταν από τη ζεστασιά του Γιασουνόρι. Οι άλλοι ξεχνούσαν πόσο δυνατός ήταν επειδή δεν χρειαζόταν να τους τραυματίζει για να το αποδείξει. Αυτός ήταν που μου είπε, “Δουλειά μου είναι να είμαι λίγο καλύτερος από αυτόν με τον οποίο ασκούμαι, όποιος και αν είναι αυτός”. Μερικοί τον θεωρούσαν σαν δεδομένο και αναζητούσαν πιο κομψούς ή πιο βίαιους συνασκούμενους που θα τους προσέφεραν κάποια ξεχωριστή ανατριχίλα -αισθητικής ή ψυχοπάθειας. Ο Γιασουνόρι δεν έκανε μαγικά, καμία από τις τεχνικές του δεν ήταν ανεξήγητη από πλευράς σωματομηχανικής και δεν φοβόταν να χάσει. Μεταξύ των ανθρώπων της δικής μου ηλικίας, δεν νομίζω να έχω εξασκηθεί με κάποιον καλύτερο.

Ερωτεύθηκε μια από τις καλύτερές μου φίλες, μια αμερικανίδα, την οποία και παντρεύτηκε. Ο γάμος τους δεν κράτησε. Ήθελε μια γυναίκα δυνατή σαν κι αυτόν, όμως η γυναίκα που επέλεξε είχε τα δικά της όνειρα και τις δικές της ελπίδες και αρνήθηκε να τα εντάξει στον ισόβιο ρόλο της συζύγου του επικεφαλής ενός ντότζο. Και αυτός, από την άλλη μεριά, ένοιωσε το βάρος της ευθύνης να είναι επικεφαλής του πιο παλιού ντότζο-παραρτήματος του Αϊκικάι, του ντότζο του πατέρα του, την ευθύνη της διατήρησης στη ζωή αυτού του μικροσκοπικού χωριού και, συνεπώς, δεν μπορούσε να φύγει. Εκείνη το έκανε. Και του ράγισε την καρδιά.

Αυτό που ήταν τόσο θαυμάσιο με αυτόν τον άνθρωπο ήταν ότι, σε έναν κόσμο όπου μια τέτοια ευαισθησία ήταν ανάθεμα, δεν φοβόταν τον πόνο της απώλειας. Δεν προσποιήθηκε ποτέ ότι ήταν υπεράνω. Δεν κρύφτηκε ποτέ στην ανεπαίσθητη δειλία της μη-δέσμευσης. Κάποτε, πίνοντας με έναν τότε οικότροφο μαθητή του Χόμπου ντότζο, έναν τραχύ, σκληρό άντρα, ο Γιασουνόρι μίλησε ανοιχτά για κάτι προσωπικό του. Ο φίλος του αναπήδησε έντρομος, λέγοντας “Πώς μπορείς να μου λες κάτι τέτοιο; Έχεις αποκαλύψει την αδυναμία σου και πλέον είσαι στο έλεός μου”.

Ο Γιασουνόρι γέλασε και είπε, “Δε φοβάμαι που ξέρεις ποιος είμαι”.

Ο φίλος του, δεν ήξερε πώς να χειριστεί κάτι τέτοιο και η σχέση τους ψυχράθηκε.

Θυμάμαι τις μυρωδιές του σπιτιού, τη μαγειρική της κ. Κουουαμόρι και το γέλιο το οποίο έμοιαζε να είναι πανταχού παρόν, το χτύπημα του σώματός μου στο τατάμι, τον κρύο αέρα από τον κήπο τον χειμώνα, το να σκουπίζω τις σκάλες με μια σκούπα από ξερόκλαδα, το καθιστικό γεμάτο σουβενίρ, άλλα φτηνά και άλλα πολύτιμα και φίσκα στις φωτογραφίες του πρεσβύτερου Κουουαμόρι, λαμπερού μέσα στο τζουντόγκι του και την κοκκινόασπρη ζώνη του τζούντο, ένα άγαλμά του σε φυσικό μέγεθος στον βωμό του ντότζο. Θυμάμαι τους δρόμους του Σακουραντάι, τη γεύση της μπίρας και των κράκερ ρυζιού, τους διόσπυρους και, μια φορά, ένα αποξηραμένο φουσκόψαρο, τον ήχο των πωλητών στον δρόμο, το γέλιο και τη συντροφικότητα στα δημόσια λουτρά και τη μυρωδιά των λουλουδιών όταν έμπαινε η άνοιξη. Τα μέλη του ντότζο βγαίναμε για βόλτα νωρίς το πρωί, έξι χιλιόμετρα με αργό βήμα, τραγουδώντας και ξυπνώντας περήφανοι τη γειτονιά με το τραγούδι μας. Θυμάμαι τη μητέρα μου και τη μητέρα του Γιασουνόρι, και οι δύο συγκρατημένες γυναίκες, να τρέχουν η μία στην αγκαλιά της άλλης τη δεύτερη φορά που συναντήθηκαν. Δεν μπορούσαν να ανταλλάξουν ούτε μια λέξη η μια στη γλώσσα της άλλης, όμως είχαν κοινά όλα τα άλλα.

Και θυμάμαι την εξάσκηση. Να πιάνω τους τεράστιους καρπούς του. Ο άνθρωπος ήταν τόσο γεροδεμένος! Περίπου 35 εκατοστά κοντύτερός μου και είχαμε το ίδιο βάρος. Ρίχναμε εναλλάξ ο ένας τον άλλον και μερικές φορές αυτός που έπεφτε, τραβούσε τον άλλον μαζί του και συνεχίζαμε γελώντας με πάλη εδάφους, σταματώντας απότομα λόγω μιας τεχνικής εξάρθρωσης ή πνιγμού. Το μικρό εκείνο ντότζο ήταν γεμάτο από σώματα που στροβιλίζονταν, όμως υπήρχαν λιγότερες τυχαίες συγκρούσεις μεταξύ των ασκουμένων από ό,τι έχω δει σε ντότζο πενταπλάσια σε μέγεθος. Η τεχνική του ήταν απλή και σταθερή, τέλεια ακριβώς όπως ήταν.

Ο Τέρι Ντόμπσον, ένας άνθρωπος γεμάτος ιστορίες και μεταφορές, το ζωντανό υπόδειγμα του αϊκίντο που διδάσκεται ταυτόχρονα ως πνευματική έμπνευση και ως τσαμπουκάς του δρόμου, ήρθε μια φορά να με επισκεφθεί στην Ιαπωνία. Του ζήτησαν να διδάξει ένα βραδινό μάθημα, μετά τον Γιασουνόρι και μετά το μάθημα ο Τέρι έσκυψε και μου ψιθύρισε “Πώς στο διάολο να συνεχίσω μετά απ’ αυτό; Είναι άψογο. Και δεν είπε μια λέξη!” Το μήνυμα ήταν εκεί -μέσα στην κίνηση.

Και μετά ο Γιασουνόρι αρρώστησε. Καρκίνος του στόματος. Η μπίρα και τα τσιγάρα σίγουρα δε βοήθησαν, όπως ίσως δε βοήθησε και ο πόνος για τη διάλυση του γάμου του. Ποιος ξέρει; Πάντως η αρρώστια τον έφαγε σιγά-σιγά.

Έμενα τότε στην άλλη πλευρά του Τόκιο, στο Ματσίντα, και δεν τον έβλεπα πολύ. Ένα βράδυ με πήραν τηλέφωνο για να μου πουν ότι πέθανε. Τον είχαν πάει σε ένα νοσοκομείο, πέντε λεπτά από το σπίτι μου και, αδύναμος όπως ήταν, ανίκανος να μιλήσει, είχε γράψει πολλές φορές σε ένα πινακάκι που του είχαν δώσει για να επικοινωνεί, “Έλις τσικάι” (ο Έλις είναι κοντά). Κανείς δεν κατάλαβε τι έλεγε, νομίζοντας ότι παραληρεί και ξεχνώντας μέσα στην αναστάτωση ότι ζούσα εκεί κοντά. Θα κουβαλάω πάντοτε μέσα μου τη στενοχώρια για το ότι δεν ήμουν εκεί, μαζί του, στο τέλος του περάσματός του από τον κόσμο.

Σκέφτομαι την κληρονομιά που μου άφησε και συλλογίζομαι πόσο πιο καλός άνθρωπος ήταν από τους πειρατές και τα καθάρματα που θαύμαζα τόσο πολύ, τους σκληρούς και τους τσαμπουκάδες που “εξασκούνταν στ’ αλήθεια”. Ο Γιασουνόρι εξασκούταν στ’ αλήθεια. Εξασκούταν για την αληθινή ζωή. Καθοδηγούσε μια ομάδα ανθρώπων και δεν το έκανε με την υπεροχή, την επιβολή ή το χάρισμα αλλά με τη ζεστασιά και την ανοιχτή καρδιά. Εξασκούταν για να γίνει πιο δυνατός, επειδή του άρεσε να το κάνει και όχι για να δηλώνει με στόμφο ότι σφυρηλατεί το πνεύμα του, ούτε, για να ζει τη φαντασίωση ότι ήταν ένας πολεμιστής του 20ου αιώνα.

Σε ένα αναμνηστικό βιβλιαράκι που γράφτηκε λίγο μετά τον θάνατό του, αγόρι δώδεκα ετών, μέλος του ντότζο του τζούντο, έγραψε τι σκέφτηκε όταν άκουσε ότι πέθανε ο Γιασουνόρι. Για κάποιον λόγο, θυμήθηκε ένα περιστατικό το προηγούμενο καλοκαίρι, στην κατασκήνωση-προπόνηση. Μετά την εξάσκηση, πήγαν σε ένα μαγαζί και ο Γιασουνόρι αγόρασε στο παιδί μια πορτοκαλάδα. Το παιδί την άνοιξε, ήπιε μια γουλιά κι ο Γιασουνόρι ρώτησε, “Καλή είναι;” “Είπα ‘ναι’”, γράφει το παιδί. “Γιόσι, γίοσι,” (“ωραία, ωραία”), απάντησε εκείνος. Και αυτό τα λεει όλα. Ένα αγόρι που πίνει, κοιτάζοντας μέσα στον ήλιο έναν άντρα με ανακατεμένα μαύρα μαλλιά και γεροδεμένο σώμα, ιδρωμένοι και οι δυο τους μετά από την προπόνηση. Τι παραπάνω να πεις; “Ωραία. Ωραία”.

Θα ήταν εξαιρετικός πατέρας για κάποια πολύ τυχερά παιδιά, αν είχε. Σίγουρα ήταν ο καλύτερος αδελφός για πολλούς από εμάς. Για μένα ήταν.

Το άρθρο αυτό εμφανίστηκε αρχικά στο Aikido Journal και στη συνέχεια δημοσιεύτηκε στο βιβλίο Ο Μύθος του Σοφού Πολεμιστή

Αν υπάρχει κάποιο “τυπικό βιβλίο πολεμικών τεχνών”, το βιβλίο που κρατάτε θα ήταν ο κακός δίδυμος αδελφός του. Απόλυτα ειλικρινής, και γράφοντας από μια θέση έγκυρη και μοναδική, ο Άμντουρ εξερευνά τις διάφορες διαστάσεις των πολεμικών τεχνών, τις φιλοσοφίες και τα διλήμματα που θέτουν, τις σημαντικές τους ωφέλειες και, ναι, ακόμα και την παθολογία τους. Και το κάνει με τόσο χιούμορ, συναρπαστική δημιουργικότητα και με διεισδυτική ματιά που το βιβλίο γίνεται μια πραγματική απόλαυση. — Ντέιβ Λόουρι, συγγραφέας του Persimmon Wind

http://www.polemikestexnes.gr/view_each_alkimaxon.php?id=18

Πολύ περισσότερο από απλώς ένα βιβλίο πολεμικών τεχνών, το Ο Μύθος του Σοφού Πολεμιστή έχει ευρεία εφαρμογή σε οποιονδήποτε τομέα στον οποίο μπορούν να ανακύψουν θέματα ακεραιότητας και ηγεσίας.